Ένα μπράβο αρκεί;

Ένα μπράβο αρκεί;
Ένα μπράβο αρκεί;

«Μπράβο αγόρι μου!», «Είσαι καταπληκτική!» Eίναι φράσεις τις οποίες συχνά χρησιμοποιούμε για να επαινέσουμε τα παιδιά μας, να τα κάνουμε να καταλάβουν ότι είναι άξια και ότι τα καταφέρνουν.

Για πολλά χρόνια, οι ειδικοί στο χώρο της Αναπτυξιακής Ψυχολογίας και της Εκπαίδευσης γονέων υπερασπίζονταν σθεναρά τις ευεργετικές επιδράσεις του επαίνου στη συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών και στη συμπεριφορά τους. Και όντως, υπάρχουν παιδιά που μπορεί να επηρεάζονται θετικά από τα «εγκώμια» που τους πλέκουν οι γονείς τους.

Όμως, τα τελευταία χρόνια, έχει αρχίσει να αναδύεται στην επιφάνεια ένα πολύ σημαντικό θέμα που χρειάζεται να μας κάνει περισσότερο προσεκτικούς σε σχέση με το πώς και πόσο να χρησιμοποιούμε τον έπαινο στα παιδιά μας: το γεγονός ότι τα παιδιά μπορεί να μάθουν να επιζητούν απεγνωσμένα τα καλά μας λόγια και να συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο, ώστε να τα κερδίσουν. Να προσπαθούν, δηλαδή, να μας ικανοποιήσουν. Αυτό το γεγονός είναι αρνητικό στο βαθμό που το παιδί βάζει σε δεύτερη μοίρα τον πραγματικό του εαυτό, τα συναισθήματά του και τις επιθυμίες ή τις σκέψεις του, προκειμένου να ικανοποιήσει εμάς ή κάποιους άλλους σημαντικούς για εκείνο ανθρώπους. Αυτό είναι πιθανό να κάνει το παιδί, όταν μεγαλώσει να αναπτύξει μια εικόνα για τον εαυτό του που θα βασίζεται περισσότερο στη γνώμη των άλλων και όχι στην προσωπική του αίσθηση για τον εαυτό του.
Από την άλλη, υπάρχουν παιδιά που μοιάζουν να μην μπορούν να δεχτούν τον έπαινο και να επαναστατούν απέναντι σε αυτόν, είτε επειδή δεν μπορούν να ζήσουν με το βάρος των προσδοκιών των άλλων ανθρώπων, είτε επειδή θεωρούν ότι δεν μπορούν να λάβουν τόσο εύκολα έναν έπαινο, όσο κάποια άλλα παιδιά. Αυτό μπορεί, ίσως, κάποιος να το κατανοήσει καλύτερα, αν αναλογιστεί τις σχέσεις μεταξύ αδερφών, όταν ένα παιδί ακούει καλά λόγια λιγότερο συχνά, σε σχέση με το άλλο.

ΑΝ ΟΧΙ ΕΠΑΙΝΟΣ, ΤΟΤΕ ΤΙ;

Ο έπαινος, ως μέσο έκφρασης της αποδοχής, της συμφωνίας ή του θαυμασμού προς το παιδί, απευθύνεται στο άτομο και όχι στην πράξη του και αναφέρεται στο αποτέλεσμα που έχει επιτευχθεί και όχι στην προσπάθεια. Ένας αποτελεσματικότερος και ευεργετικότερος τρόπος για να εκφράσει ένας γονιός την επιθυμία του να τονώσει το παιδί του είναι η ενθάρρυνση. Η ενθάρρυνση είναι μια έννοια μακρινή για την ελληνική κοινωνία και όχι μόνο, μιας που ο μόνος τρόπος που ξέρουν οι περισσότεροι άνθρωποι να εκφράζονται θετικά απέναντι σε κάποιον άλλο είναι το να κάνουν κομπλιμέντα και να τοποθετούν θετικές «ταμπέλες»: «Είσαι πολύ έξυπνος», «Μα τι καλό παιδί»…
Είναι κατανοητό ότι οι περισσότεροι από εμάς αδυνατούμε να συλλάβουμε τον αρνητικό αντίκτυπο τέτοιου τύπου δηλώσεων απέναντι σε ένα παιδί, καθώς και να αναλογιστούμε το πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να κάνει τα πάντα στη ζωή του, για να αποδεικνύει συνεχώς το πόσο έξυπνος είναι. Και μπορεί σε κάποιους να φανεί λεπτομέρεια ή υπερβολή αυτός ο διαχωρισμός μεταξύ επαίνου και ενθάρρυνσης, όμως είναι υπαρκτός και φέρει διαφορετικά αποτελέσματα.

Η ενθάρρυνση διαφέρει από τον έπαινο στο ότι αναφέρεται στην πράξη και όχι στο άτομο που δρα, ενώ αξιολογεί όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και την προσπάθεια. «Είμαι περήφανη για σένα που πήρες τόσα Α στον έλεγχο» θα ήταν μια δήλωση επαίνου, ενώ η ενθάρρυνση θα εκφραζόταν κάπως έτσι: «Αυτά τα Α δείχνουν πόση πολλή δουλειά έχεις κάνει».

Στην πρώτη φράση ο γονιός εκφράζει μια αξιολόγηση που επικοινωνεί την υπερηφάνειά του, όταν έρχονται Α στον έλεγχο. Δηλαδή, όταν έρχονται Β, τι γίνεται; Πού πάει η υπερηφάνεια; Τι μπορεί να σκέφτεται τότε ο γονιός για το παιδί; Αυτές είναι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό των παιδιών, συχνά, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Στη δεύτερη φράση, παρουσιάζεται αναγνώριση του γεγονότος ότι το παιδί δούλεψε πολύ και του χρειάζεται να λάβει εκείνο τα εύσημα για τη μεγάλη του προσπάθεια. Παράλληλα, δεν περιέχει αξιολόγηση και δεν υπονοεί τίποτα για την αξία του παιδιού ή τα συναισθήματα του γονιού εν τη απουσία του επιτεύγματος. Δηλαδή, τα Α οφείλονται στη σκληρή δουλειά και χωρίς σκληρή δουλειά δεν υπάρχει και Α. Όμως, δε γίνεται καμιά αναφορά στο πώς νιώθει ο γονιός με την επίτευξη των Α και ούτε υπονοεί το πώς θα νιώσει ο γονιός, όταν και αν δεν υπάρχουν Α.

Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι ένας γονιός που επιλέγει να ενθαρρύνει το παιδί του αντί να το επαινέσει, δε χαίρεται με την επιτυχία του παιδιού. Αλλά δεν τη βάζει πάνω από το σεβασμό του προς το παιδί και την αξία που έχει το παιδί του ως άτομο. Και δεν ξεχνά να επικοινωνεί αυτές του τις προτεραιότητες με τα λόγια και τις πράξεις του. Και αν κάποιος μπορεί να θεωρεί ως αυτονόητο το γεγονός ότι το παιδί του το αγαπάει ό,τι κι αν γίνει, είναι σημαντικό να θυμάται ότι το παιδί δεν το ξέρει αυτό. Πρέπει να του το λέμε και να του το δείχνουμε με τον τρόπο μας, όπως και σε κάθε άνθρωπο που αγαπάμε και νοιαζόμαστε. Γι’ αυτό, την επόμενη φορά που θα μιλήσετε με χαρά για κάτι που κατάφερε το παιδί σας, θυμηθείτε ότι είναι σημαντικό να δώσετε έμφαση στην προσπάθεια που κατέβαλε και όχι στο επίτευγμα. Αναγνωρίστε την προσπάθεια ακόμη και όταν δεν είναι επιτυχημένη. Μην αξιολογήσετε το παιδί, ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Μιλήστε καλύτερα για την πράξη. Και προσπαθήστε να είστε όσο πιο αναλυτικοί και περιγραφικοί μπορείτε. Για παράδειγμα, πείτε: «Βλέπω ότι έφτιαξες ένα μεγάλο στρογγυλό σχήμα και ότι οι γραμμές σου είναι πολύ σταθερές. Ζωγράφισες μέσα στα περιθώρια και δεν βγήκες καθόλου έξω από αυτά, και κάθε φορά που το επαναλαμβάνεις γίνεται και καλύτερο». Έτσι, έχετε τονίσει ποιο είναι το σημείο στο οποίο το παιδί προσπάθησε ή πέτυχε. Έτσι, ξέρει και το παιδί ποιες είναι οι δεξιότητες που αναπτύσσει. Σκεφτείτε πόσο πιο πολλές πληροφορίες παίρνει το παιδί για τον εαυτό του, όταν ακούει να του λέτε τα παραπάνω, σε σχέση με το να ακούσει ένα «Μπράβο κορίτσι μου». Μπράβο, αλλά σε τι; Μην ξεχάσετε να συμπληρώσετε τη φράση σας!

Ειρήνη Καφίρη
Φαρμακοποιός
Σύμβουλος ψυχικής υγείας

About the author