Βιταμίνη D, η βιταμίνη του ήλιου με τα πολλαπλά οφέλη

Βιταμίνη D, η βιταμίνη του ήλιου με τα πολλαπλά οφέλη
Βιταμίνη D, η βιταμίνη του ήλιου με τα πολλαπλά οφέλη

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο ανακαλύπτουμε τις ευεργετικές ιδιότητες της βιταμίνης D, αλλά και τα προβλήματα, που προκύπτουν από την έλλειψή της.

Η βιταμίνη D λέγεται και βιταμίνη του ήλιου, γιατί παράγεται κατά κύριο λόγο από την αλληλεπίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας με το δέρμα μας.

Πιο συγκεκριμένα, όταν η ηλιακή ακτινοβολία έρχεται σε επαφή με το ακάλυπτο δέρμα, μετατρέπει την 7-δευδροχοληστερόλη του δέρματος σε προβιταμίνη D3 και στη συνέχεια σε βιταμίνη D3. Η βιταμίνη αυτή μετατρέπεται στο ήπαρ σε 25(ΟΗ) D3 και τελικά στα νεφρά δημιουργείται η 1,25 (ΟΗ) D3, που είναι και η δραστική της μορφή. Διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν την ποσότητα της βιταμίνης D, που δημιουργείται από το δέρμα. Αρχικά, η κάλυψη όλου του σώματος με ρούχα και η χρήση αντηλιακού (όταν έχει δείκτη πάνω από 8 μειώνει σημαντικά την απορρόφηση ηλιακής ακτινοβολίας), επιδρούν αρνητικά. Βέβαια, στο θέμα αυτό πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, γιατί η υπερβολική έκθεση στον ήλιο χωρίς προστασία προδιαθέτει σε καρκίνο του δέρματος. Γενικά, περίπου 10 με 20 λεπτά έκθεση στον ήλιο θεωρούνται ικανοποιητικά. Επίσης, η ικανότητα του δέρματος να παράγει βιταμίνη D μειώνεται με την ηλικία, ενώ το σκούρο δέρμα, επίσης, έχει μειωμένη ικανότητα να παράγει βιταμίνη D.

Το υπόλοιπο ποσό της βιταμίνης D το παίρνουμε από τροφές ή συμπληρώματα διατροφής. Τροφές πλούσιες σε βιταμίνη D είναι τα λιπαρά ψάρια, όπως ο σολομός, ο τόνος και οι σαρδέλες, το μουρουνέλαιο, το μοσχαρίσιο συκώτι, τα αυγά, οι γαρίδες, καθώς και τροφές που έχουν εμπλουτιστεί με βιταμίνη D, όπως το γάλα, ορισμένα γιαούρτια, τυριά, κάποιοι χυμοί και δημητριακά. Ωστόσο, η απορρόφηση της βιταμίνης D των τροφών εξαρτάται από την ικανότητα του εντέρου να απορροφά τα λίπη της τροφής, οπότε είναι μειωμένη σε καταστάσεις, όπως η κυστική ίνωση, η κοιλιοκάκη, η νόσος Crohn, η ελκώδης κολίτιδα του τελικού ειλεού και ορισμένες ηπατικές νόσοι.
Η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στη ομοιοστασία του ασβεστίου, καθώς είναι απαραίτητο για την απορρόφησή του από το έντερο και για τη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων τόσο του ασβεστίου, όσο και του φωσφόρου στο αίμα. Επίσης, χρειάζεται για την αύξηση και ενδυνάμωση των οστών. Σε έλλειψή της, τα οστά γίνονται λεπτά και εύθρυπτα, οπότε το άτομο γίνεται επιρρεπές σε οστεοπόρωση και κατάγματα.
Ταυτόχρονα, η βιταμίνη D έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες και επηρεάζει τη λειτουργία των μυών, της καρδιάς και του παγκρέατος. Ακόμη, μειώνει τον κίνδυνο για σκλήρυνση κατά πλάκας και για καρδιοπάθεια. Μειώνει την ένταση και διάρκεια των συμπτωμάτων της γρίπης, ενώ φαίνεται ότι προστατεύει από διάφορες μορφές καρκίνου, όπως εντέρου, προστάτη και μαστού. Τέλος, προστατεύει και βελτιώνει τα συμπτώματα σε περιπτώσεις σακχαρώδους διαβήτη, ενώ μειωμένες τιμές βιταμίνης D βρίσκονται σε παχύσαρκα άτομα, λόγω μειωμένης κινητικότητας και άρα έκθεσης στον ήλιο αυτών, καθώς και λόγω παγίδευσης της βιταμίνης D στον υπερτροφικό λιπώδη ιστό. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι, με εξαίρεση τη δράση της στην ομοιοστασία του ασβεστίου και των οστών, οι υπόλοιπες δράσεις της δεν είναι τεκμηριωμένες με μεγάλες, τυχαιοποιημένες, διπλές, τυφλές μελέτες, οπότε θα δούμε περισσότερα δεδομένα πάνω στο θέμα αυτό στο άμεσο μέλλον.
Τα επίπεδα της 25 (ΟΗ)D3 κατηγοριοποιούνται ως εξής: Έλλειψη: < 10 ng/ml, Ανεπάρκεια: 10-30 ng/ml, Επάρκεια: 30-80 ng/ml και τοξικότητα: > 80 ng/ml. Οι ημερήσιες ανάγκες της βιταμίνης D διαφέρουν, ανάλογα με την ηλικία και τις ανάγκες του ατόμου. Οι θηλάζουσες μητέρες πρέπει να έχουν επαρκή επίπεδα βιταμίνης D, διότι αυτή εκκρίνεται στο γάλα, με αποτέλεσμα τα επίπεδα βιταμίνης D του νεογνού να εξαρτώνται από τα αντίστοιχα επίπεδα της μητέρας. Η βιταμίνη D που πρέπει να λαμβάνεται από νεογνά και βρέφη μέχρι 1 έτους είναι 400 IU και λαμβάνεται μέσω του θηλασμού, βρεφικών τροφών ή ενδεχομένως συμπληρωμάτων διατροφής. Τα παιδιά, οι έφηβοι και οι ενήλικες μέχρι την ηλικία των 70 ετών πρέπει να λαμβάνουν 600 IU βιταμίνης D ημερησίως, ενώ άτομα άνω των 70 ετών χρειάζονται 800 IU. Σε περιπτώσεις έλλειψης βιταμίνης D, προφανώς οι ανάγκες αυξάνονται.
Ωστόσο, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπερβολικές ποσότητες συμπληρωμάτων βιταμίνης D, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος τοξικότητας. Αυτή εκδηλώνεται με αδυναμία, ανορεξία, απώλεια βάρους, πολυουρία και καρδιακές αρρυθμίες. Τα αυξημένα επίπεδα ασβεστίου που προκαλούνται από τις υψηλές τιμές βιταμίνης D, οδηγούν σε ασβεστοποίηση αγγείων και ιστών, προκαλώντας βλάβες στις καρδιακές βαλβίδες, στα νεφρά και τελικά σε όλα τα αγγεία του οργανισμού. Μάλιστα, παθολογικά αυξημένα επίπεδα βιταμίνης D δεν μπορούν να προκληθούν ούτε από υπερβολική έκθεση στον ήλιο ούτε από υπερβολική λήψη τροφών πλούσιων σε βιταμίνη D, γιατί τόσο στο δέρμα, όσο και στο έντερο λειτουργούν μηχανισμοί αυτορύθμισης.

Επομένως, η βιταμίνη D είναι όντως η βιταμίνη του ήλιου, μιας και το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που χρειαζόμαστε παράγεται από το δέρμα μας χάρη σε αυτόν. Το υπόλοιπο το παίρνουμε είτε από τροφές είτε από συμπληρώματα διατροφής. Ο ρόλος της στην ομοιοστασία του οργανισμού είναι πολύπλευρος, μιας κι επηρεάζει τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου, την υγεία των οστών, την απάντηση του οργανισμού στις λοιμώξεις, την πορεία της σκλήρυνσης κατά πλάκας και του σακχαρώδους διαβήτη, ενώ σχετίζεται και με την παχυσαρκία. Είναι απαραίτητο να λαμβάνουμε επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D, καθημερινά, χωρίς όμως υπερβολές, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν προβλήματα στον οργανισμό.

Γιάννης Πλατής, Ειδικός Παθολόγος

About the author