Γιώργος Γιαννόπουλος

Γιώργος Γιαννόπουλος
Γιώργος Γιαννόπουλος

Έλληνας ηθοποιός του Θεάτρου, του Κινηματογράφου, της Τηλεόρασης, μουσικός, τραγουδιστής, ασχολείται και με το γράψιμο. Γεννήθηκε στην Αρσινόη( Αρχαία Μεσσήνη}, 13 Σεπτεμβρίου 1960. Δεκατετράχρονος ήρθε στην Αθήνα, στα μεγαλύτερα αδέρφια του, για να συνεχίσει το σχολείο και να σπουδάσει μουσική και τραγούδι. Ξεκίνησε, με το να παίζει βιολοντσέλο, στη συνέχεια πιάνο, τραγουδάει εκπληκτικά. Τελειώνοντας το Λύκειο, έδωσε εξετάσεις και μπήκε στη Γεωπονική Σχολή Θεσσαλονίκης, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του και γράφτηκε στο νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης και σπούδασε τρομπέτα, πιάνο και αρμονία, όμως τον κέρδισε το Θέατρο. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή Αθηνών και αποφοίτησε το 1989. Έκτοτε εργάζεται ως ηθοποιός.

Έχει μακρά θητεία στο θεατρικό σανίδι, στην τηλεόραση και στον Κινηματογράφο.
Στο Θέατρο, υπηρέτησε όλα τα είδη. Ενδεικτικά: «Λυσιστράτη», «Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουεϊ», «Μπεντ», «Ο Φιλάργυρος», «Για μια γυναίκα», «Δον Κιχώτης», «Η χαρτοπαίχτρα», «Οι 12 ένορκοι» .
Στην Τηλεόραση, εμφανίστηκε σε αρκετές σειρές. Ενδεικτικά: «Οι τελευταίοι εγγονοί», «Εσύ αποφασίζεις», «Η αίθουσα του θρόνου», «Καρυωτάκης», «Νυχτερινό Δελτίο», «Η ανατομία ενός εγκλήματος», «Έρωτας», «Δούρειος Ίππος», «Αχ και να ‘ξερες», «Τρίχες», «Κόκκινος κύκλος», «Εντεκάτη εντολή», «Εντιμότατοι κερατάδες», «Το σόι σου».
Στον Κινηματογράφο, έπαιξε σε δεκάδες ταινίες. Είναι τακτικός ηθοποιός του Ν. Γραμματικού: «Η εποχή των δολοφόνων», «Κλειστή στροφή», «Απόντες» «Μήδεια». Επίσης, πρωταγωνίστησε σε σπουδαίες ταινίες όπως: «Ο γιος του Τσάρλυ», «180 μοίρες», «Λιποτάκτης» «Τα χρόνια της μεγάλης Ζέστης» και τέλος η συμμετοχή στο «Μικρό ψάρι» του Οικονομίδη που διαγωνίστηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Βερολίνου.
Δουλεύει σε διάφορες μουσικές σκηνές και με διαφορετικά σχήματα και είναι πολύ καλός σε όλα σχεδόν τα είδη τραγουδιού.
Ο Γ. Γ. είναι ένας ακαταπόνητος εργάτης του θεάτρου, πολυτάλαντος, υπεύθυνος και σταθερός με ό,τι καταπιάνεται. Πατάει γερά στα πόδια του. Κολυμπάει στα βαθιά, κυριολεκτικά, Χειμώνα-Καλοκαίρι, χωρίς να πτοείται πουθενά και από τίποτα! Είναι σεμνός, χαμηλών τόνων, δεν προκαλεί, κρατάει την προσωπική του ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και σέβεται τους συνεργάτες και τους συνανθρώπους του.
Δηλώσατε πως αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός, δεδομένου ότι είχατε κάποιες ανασφάλειες. Ποιοι σας βοήθησαν να τις απεγκλωβίσετε, καθώς και τις τυχόν φοβίες σας; Η στάση της οικογένειάς σας απέναντι σ’ αυτήν την απόφαση;

Με βοήθησε ο εαυτός μου. Ψάχτηκα μόνος μου. Πιστεύω πως κάθε άνθρωπος βρίσκει το δρόμο μόνος του. Μπορεί να βοηθήσει ένα περιβάλλον, μπορεί να είναι, ένας φίλος, ο γονιός, ο γείτονας και όποιον θεωρεί περιβάλλον ο καθένας. Πιτσιρικάς είχα ανασφάλεια και δεν ήθελα να φάω «χυλόπιτα». «Χυλόπιτα» δεν εννοώ μόνο στα προσωπικά σου. Μπορεί κάποιος να θέλει να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων ή ηθοποιός και να του πουν: «δεν κάνεις με τίποτα». Εγώ, λοιπόν, αισθανόμουν ότι το είχα, αλλά είχα ανασφάλειες. Βρήκα μόνος μου κάποιους κωδικούς και τις απεγκλώβισα. Έπαιξε ρόλο και ο περίγυρος. Στα εικοσιπέντε, που αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, συνδεόμουν με μια πιτσιρίκα που με παρότρυνε να ασχοληθώ με την Υποκριτική. Τότε έμενα στη Θεσσαλονίκη και σε ένα ταξίδι μας στην Αθήνα, φιλοξενηθήκαμε από έναν φίλο, στη Νέα Σμύρνη. Διάβασα τότε μια αγγελία στην εφημερίδα, τα «ΝΕΑ», ότι ζητούνται κομπάρσοι για ένα σήριαλ. Έκανε ο Γλυκοφρίδης ένα σήριαλ, «Οι αδελφές» νομίζω, με τη Νίκη Τριανταφυλλίδη και κάποιες άλλες. Γυριζόταν στην αυλή μιας ταβέρνας, στην Καισαριανή και θα έπρεπε να κάνουμε τους χαρούμενους σε ένα γάμο. Στην πρόβα πάνω, με ρώτησε ο Γλυκοφρίδης: «είστε ηθοποιός;» του απαντώ «όχι» και μου λέει «να γίνετε». Μετά από τέσσερεις μέρες, μου τηλεφώνησε ο βοηθός του και μου στέλνει ένα επεισοδιάκι που έγραψε πάνω μου. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη, που ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη, πήρα τα πράγματά μου και ήρθα στην Αθήνα, για να γραφτώ στη Σχολή.

Με τι πιστεύετε ότι αναμετριέστε καθημερινά ως ηθοποιός και ως άνθρωπος; Τι είναι τελικά για σας το θέατρο;

Αναμετριέμαι καθημερινά με τον εαυτό μου ως άνθρωπος και ως ηθοποιός. Καθημερινά, ως άνθρωποι κάνουμε καινούργια λάθη, που θα τα παρατηρήσουμε, θα τα διορθώσουμε και θα πάμε παρακάτω. Το θέατρο δεν είναι τίποτε άλλο, από μια απεικόνιση της ζωής, γι’ αυτό και είναι γοητευτικό.

Ως ηθοποιός, υπηρετήσατε όλα τα είδη της υποκριτικής – παίξατε σε δεκάδες έργα, συνεργαστήκατε με πολλούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ξεχωρίζετε κάποια έργα που τα θεωρείτε σταθμό και κάποιους συνεργάτες που βοήθησαν στην επιτυχή πορεία σας στο δύσκολο δρόμο της Τέχνης;

Συνεργάτες μου είναι οι γονείς μου, διότι ήταν τα πρώτα κύτταρα της γνώσης μου. Ένας όμως άνθρωπος που έπαιξε μεγάλο ρόλο στην καλλιτεχνική μου πορεία και με καθόρισε, είναι ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, δάσκαλός μου στη Σχολή. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, με πήγαινε η μάνα μου στο θέατρο. Είχε παράρτημα το Εθνικό τότε το «Άρμα Θέσπιδος», το οποίο έκανε περιοδεία με παραστάσεις αρχαίου δράματοςΚαι τι δεν έχω δει… από Οιδίποδα, από Ηλέκτρα… και γενικά, πολύ αρχαίο δράμα. Όταν έκλεισε αυτός ο κύκλος και ήρθα στην Αθήνα και γράφτηκα στη Δραματική Σχολή, έμαθα ότι αυτός ήταν ο διευθυντής στο «Άρμα Θέσπιδος». Ως Μέντοράς μου δηλαδή. Άρα, αυτονόητα θεωρώ πως με καθόρισε. Από τα έργα μου δεν ξεχωρίζω τίποτα. Όμως θεωρώ πως μια ταινία του Οικονομίδη, που έπαιξα το «Μικρό ψάρι», είναι μεγαλύτερης καλλιτεχνικής αξίας από μια σαπουνόπερα στην τηλεόραση. Με τον ίδιο, όμως, σεβασμό που έπαιξα στην ταινία του Οικονομίδη, με τον ίδιο σεβασμό θα παίξω στην οποιαδήποτε δουλειά.

Πώς αντιδράτε στις άδικες κακιούλες και αντιπαλότητες που δημιουργούνται σ’ αυτόν τον ανταγωνιστικό χώρο, απέναντί σας, αλλά και απέναντι στους συναδέλφους σας; Υπάρχουν φιλίες στο θέατρο;

Κακιούλες και αντιπαλότητες υπάρχουν και θα υπάρχουν, όπως σε όλους τους χώρους. Αλλά δεν ασχολήθηκα ποτέ και δεν μ’ ενδιέφεραν ποτέ. Δεν είναι ειδική κατηγορία ανθρώπων οι ηθοποιοί.

Ως έμπειρος ηθοποιός, τι έχει ανάγκη, κατά τη γνώμη σας, να δει το Ελληνικό κοινό στο Θέατρο, στην Τηλεόραση, στον Κινηματογράφο, ιδιαίτερα σήμερα, που η ψυχολογία μας είναι τόσο πεσμένη;

Τα πάντα! Όπως έχει ανάγκη να δει μια κωμωδία σε ένα family story, π.χ. το «Σόι μου», και ξεκαρδίζεται με τις αστείες ιστορίες του, έτσι έχει ανάγκη να δει ένα δραματικό έργο στο θέατρο, όπως «Οι δώδεκα ένορκοι», για να στοχαστεί και να δει τι είναι ο άνθρωπος. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα και αποδεικνύεται και εισπρακτικά, είναι πως το θέατρο την περίοδο της κρίσης πάει πολύ καλύτερα, σε σχέση με άλλα χρόνια. Το θέατρο είναι απάγκιο, θάλπει την ψυχή. Με συγκινεί, όταν μέσα από την Τέχνη μας, μπορούμε να κάνουμε έναν άνθρωπο, είτε είναι στο σπίτι είτε στο δρόμο είτε οπουδήποτε αλλού, να γελάει, να προβληματίζεται.

Περισσότερο απ’ όλους τους κλάδους, σήμερα, βάλλεται η Τέχνη, και κυρίως ο κλάδος σας, με αποτέλεσμα πολλοί ηθοποιοί και μάλιστα αρκετοί ταλαντούχοι, να είναι άνεργοι. Πώς αισθάνεστε εσείς που έχετε πει ότι είστε καλοπληρωμένος και μάλιστα στην ώρα του;

Δεν νομίζω ότι βάλλεται η Τέχνη περισσότερο από όλους τους κλάδους. Σε πολλούς κλάδους υπάρχουν άνεργοι, πλέον. Σίγουρα, λόγω της συγκυρίας δεν υπάρχουν δουλειές και γίνονται λιγότερα σήριαλ, αλλά και όταν κάποτε γίνονταν σαρανταπέντε ή πενήντα κάθε χρόνο, ήταν υπερβολή. Δουλέψανε κάποιοι πάρα πολύ και τώρα είναι άνεργοι, λογικό είναι αυτό. Δε λέω ότι είναι καλό που δεν δουλεύουν κάποιοι ταλαντούχοι άνθρωποι και φυσικά δεν πιστεύω αυτό που λένε πολλοί ότι τώρα γίνεται ‘’ξεσκαρτάρισμα’’. Τυχαίνει και είναι μια συγκυρία πραγμάτων. Έτυχε να είμαι στον ALPHA, που πληρώνει τους ηθοποιούς στην ώρα του, και παράλληλα να είμαι σε μια καλή παραγωγό στο θέατρο. Θα μπορούσα, όμως, να ήμουν σε μια πολύ καλή παράσταση και να μην πληρωνόμουν. Απλά, ζω μια ευτυχισμένη συγκυρία. Όπως ευτυχισμένη, για μένα, συγκυρία ήταν και η βράβευσή μου για την καλύτερη αντρική θεατρική ερμηνεία στο έργο «Η Κυρία Ιουλία» από την Ακαδημία Κορφιάτικων Βραβείων, χωρίς να σημαίνει ότι με το βραβείο θα κατακτήσω τον κόσμο όλο. Απλά, χαίρομαι, γιατί σε κάποιους ανθρώπους άρεσα και με σκέφτηκαν.

Παρά τις δυσκολίες, κυρίως τις οικονομικές, υπάρχουν πάρα πολλά θεατρικά σχήματα και τα θέατρα έχουν κοινό. Πώς το κρίνετε αυτό; Μπορεί να βοηθήσει η Τέχνη και πώς σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς;

Το μεγαλείο της Τέχνης είναι ότι θάλπει την ψυχή του ανθρώπου, είναι μια ψυχοθεραπεία. Όταν τύχει να απαγγείλω αποσπάσματα του Ελύτη ή του Ρήγα Φεραίου, σε εθνικές επετείους, μπαίνω στη θέση του κοινού και πραγματικά συγκινούμαι με το μεγαλείο των κειμένων. Σε πάει ένα βήμα πιο μπροστά η Τέχνη, γι’ αυτό και σε δύσκολους καιρούς, εισχωρεί στην ψυχολογία μας και βρίσκει απάγκιο.

Τι θα συστήνατε στους νέους ηθοποιούς, που αποφοιτούν από τις θεατρικές σχολές, κυνηγώντας τα όνειρά τους, κι έχουν κι αυτοί δικαιώματα σ’ αυτό το σπουδαίο κομμάτι της Τέχνης; Αρκούν μόνο ομορφιά, κάποιο ταλέντο και τύχη;

Όλα έχουν την αξία τους, γι’ αυτό δεν βγάζω τίποτα απ’ έξω. Το ταλέντο, η ομορφιά και η τύχη, από μόνα τους χωρίς δουλειά, δεν κάνουν τίποτα! Άρα, είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Ένας άσχημος δεν μπορεί να γίνει υποκριτής; Υπάρχουν ρόλοι για όλους. Δε γίνεσαι ηθοποιός, γιατί είσαι όμορφος. Ο Νταφόε, είναι κούκλος; Όχι! Είναι γεμάτος ρυτίδες, αλλά έχει γοητεία και αυτό τον χαρακτηρίζει. Η ομορφιά, πέρα από την αντικειμενική της διάσταση, είναι και υποκειμενική. Ένας ηθοποιός δεν πρέπει να βασίζεται ούτε στην ομορφιά ούτε στο ταλέντο ούτε στην τύχη. Πρέπει να έχει υπομονή και επιμονή και να ξέρει ότι «τα αγαθά κόποις κτώνται» και να κάτσει να δουλέψει. Αυτό που αποδεικνύει το μεγαλείο της ζωής το έχει πει και ο συχωρεμένος ο Ηράκλειτος εδώ και κάτι χρόνια. «Πατήρ πάντων πόλεμος» που σημαίνει δράση – αντίδραση για να προχωρήσει η ζωή. Τα αυτονόητα δηλαδή.

Είναι εύκολο σήμερα να επιβιώσει εμπορικά μια ποιοτική δουλειά στο θέατρο; Σας ρωτώ, γιατί το έργο «12 ένορκοι» του R. Rose (που ανέβηκε στο θέατρο Αλκμήνη, όπου παίζετε κι εσείς μαζί με άλλους 11 αξιολογότατους ηθοποιούς, είναι μια, ποιοτικά, σπουδαία δουλειά. Μιλήστε μου γ’ αυτήν. Τι θέλετε να μοιραστείτε με το κοινό μέσα απ’ αυτό το έργο;

Εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχει ποιοτική και εμπορική δουλειά, πιστεύω ότι υπάρχει μόνο καλή και κακή δουλειά. Τι θα πει ποιοτική δουλειά; Ποιότητα είναι κάτι που έχει σεβασμό σε αυτόν που θα το παραλάβει. Εμείς, για παράδειγμα, στο θέατρο έχουμε ένα προϊόν τους «12 ενόρκους» και το πουλάμε με σεβασμό. Έχουμε σεβαστεί αυτό που έχουμε, έχουμε αγωνιστεί, έχουμε κάνει τις πρόβες μας, είμαστε ταπεινοί πάνω στη σκηνή και προσπαθούμε να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Αν δεν βάλεις ψήγματα αλήθειας και δεν δώσεις την ψυχή σου σε κάποιους ρόλους, δεν βγαίνει το αποτέλεσμα που πρέπει, και αυτό το βλέπει ο κόσμος και το σέβεται. Άλλωστε, τα μεγαλύτερα αριστουργήματα στον πλανήτη ήταν εμπορικά. Η ποιότητα πλανιέται παντού και στα μεγάλα θέατρα και στα αμφιθέατρα και στους δρόμους και στις μικρές σκηνές. Όλα πλανώνται παντού, όπως λ.χ. η λίμπιντο. Όταν σέβεσαι αυτό που κάνεις, το σέβεται και ο αποδέκτης! Η υπόθεση του έργου έχει ως εξής: Ένα παιδί κατηγορείται ότι σκότωσε τον πατέρα του και πρέπει δώδεκα ένορκοι διαφορετικών κοινωνικών και ηλικιακών τάξεων, να αποφασίσουν για τη ζωή και την πορεία του. Η απόφαση πρέπει να είναι ομόφωνη και αν είναι καταδικαστέα, πρέπει να είναι «εις θάνατον». Από τις ετυμηγορίες των ενόρκων φαίνεται ένοχος ο κατηγορούμενος, αλλά πρέπει να δώσουν ομόφωνη απόφαση. Αλλά ένας από τους ενόρκους, την τελευταία στιγμή, λέει: «αθώος» και ανατρέπεται μέσα από συζητήσεις, το αποτέλεσμα της απόφασης. Είναι μια εκπληκτική επιλογή της Κωνσταντίνας Νικολαΐδη το έργο αυτό, ειδικά στις μέρες μας, που επικρατεί το απόλυτο, γι’ αυτό και είναι αυξημένη η ξενοφοβία. Τελικά, τι είναι ζωή; Η ομορφιά της διαφορετικότητας!

Σήμερα, μέσω τηλεόρασης, βομβαρδιζόμαστε από κουτσομπολίστικες εκπομπές, ξένα σήριαλ, μαγειρέματα, υποκειμενικές ειδήσεις και αλληλοβρισίματα των πολιτικών στα παράθυρα. Πώς αισθάνεστε ως Έλληνας πολίτης;

Αισθάνομαι μια χαρά ως Γιώργος Γιαννόπουλος, γιατί, αν δε μου αρέσει κάτι, το κλείνω και το πάω στην άκρη. Δεν έχει μόνο τέτοια η τηλεόραση και άλλωστε, όταν δε σου αρέσει κάτι, εκμεταλλεύσου το on-off της και τον πολυκαναλισμό. Αν μπούμε στη λογική ότι αποδεχόμαστε μόνο το ένα και όχι το άλλο, είναι σαν να αποδεχόμαστε ένα κοινό. Η ομορφιά, όμως, της συμπαντικής αλυσίδας, όπως είπαμε παραπάνω, είναι η διαφορετικότητα. Το κοινό έχει δικαίωμα να διαλέγει αυτό που θέλει, και αυτό που γουστάρει. Για παράδειγμα, βλέπει το «Κάτι ψήνεται» στον ALPHA, το οποίο είναι ένα καταπληκτικό concept γι’ αυτούς που το βλέπουν, ενώ γι’ άλλους είναι εντελώς αδιάφορο. Άρα, απαιτείται σεβασμός στη διαφορετικότητα.

Σε κάποια κανάλια, όμως, παίζονται και ελληνικές σειρές και παραγωγές, όπως το «Σόι μου» στον Alpha που υποδύεστε τον Χαμπέα. Είναι κόντρα ρόλος ή είναι κοντά στο χαρακτήρα σας;

Κανένας ρόλος που παίζω δεν είναι ο χαρακτήρας μου. Εδώ, θέλω να κάνω μια υποσημείωση προς τα νέα παιδιά που διαβάζουν και ασχολούνται με το θέατρο, πως η λογική ότι μπαίνεις σε άλλους ρόλους είναι κουταμάρες. Είμαι της Αμερικάνικης Σχολής, δηλαδή, ότι πάντα είσαι ο Γιώργος ο Γιαννόπουλος, είσαι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, είσαι η Μίρκα Παπακωνσταντίνου. Πάντα είσαι ο εαυτός σου στην εν δυνάμει εκδοχή ενός χαρακτήρα. Είτε είσαι ο Χαμπέας είτε ο Γαργαμπίκας, είτε ένας από τους δώδεκα ένορκους, διάβολος, ένοχος ή νταβατζής. Τώρα, ο Χαμπέας πώς βγήκε; Μελέτησα κάποιες προσωπικότητες ανθρώπων γύρω μου, πήρα κάποιες ντοπιολαλιές με το λιι και με το νιι και δημιούργησα αυτόν τον ρόλο και είμαι περήφανος γι αυτόν.

Γιατί η σειρά έχει αγαπηθεί τόσο πολύ; Πού κατά τη γνώμη σας βασίζεται όλη η ιστορία της; Μιλήστε μου για τη συνεργασία και την ατμόσφαιρα που επικρατεί στα γυρίσματα.

Εδώ, θα πρέπει να τονίσω ότι τα κοινά που έχουμε με την Ισραηλινή φυλή, επειδή είναι ισραηλινό το project, είναι η οικογένεια. Δίνουμε μεγάλη αξία οι Έλληνες στην οικογένεια. Δεν είμαστε, όπως στην Ευρώπη που φεύγουν τα παιδιά τους στα δεκαοκτώ με είκοσι. Για μας είναι ιερή η οικογένεια και πιστεύω ότι έχει σώσει κατά καιρούς την Ελλάδα από περιπέτειες ανήθικες, άρα την κράτησε σε μια ηθικότητα και την άφησε σε μια κοινωνικότητα. Έπαιξε μεγάλο ρόλο η οικογένεια, αυτό που λέμε «το σόι», σε φάσεις παρακμής, σε πολέμους και σε Κατοχή. Είναι συνδετικός κρίκος που ενώνει τα πράγματα. Εμένα μ’ αρέσει πολύ αυτό και βλέπω με αγάπη και συγκίνηση τον Χαμπέα, που έχει αγαπηθεί από τον κόσμο. Φέτος, έχει αναλάβει τη σειρά, ο σκηνοθέτης Ανδρέας Μορφονιός, που έχει μεγάλη εμπειρία στα family story και μας καθοδηγεί πολύ καλά. Υπάρχει μια πάρα πολύ καλή ατμόσφαιρα γενικά.

Τι σας εξοργίζει στη σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα και τι σας θλίβει περισσότερο;

Η βλακεία και το δήθεν. Αυτό που έγραψε ο Μάλαμας: «άλλα θέλω και άλλα κάνω…» είναι το μέγιστο. Πρέπει να κάνουμε αυτό που γουστάρουμε στη ζωή και να έχουμε αυτογνωσία. Με αυτογνωσία δεν κάνεις τη βλακεία εξυπνάδα.

Απ’ ό,τι ξέρω, κολυμπάτε χειμώνα-καλοκαίρι, γυμνάζεστε, δεν καπνίζετε και ακολουθείτε υγιεινή διατροφή. Τι σας προσφέρουν όλα αυτά;

Όσο μεγαλώνω, θέλω να σταματήσω ό,τι σχετίζεται με κακή εξάρτηση. Το τσιγάρο και το ξενύχτι το απόλαυσα, αλλά, ήταν μέχρις εκεί. Από τότε που έκοψα το τσιγάρο είδα τεράστια αλλαγή, βλέπω αλλιώς τον κόσμο, περπατάνε χιλιόμετρα τα πόδια μου και η ψυχή μου.

Κατάγεστε από τον ευλογημένο τόπο, τη Μεσσηνία και μάλιστα από την Αρχαία Μεσσήνη. Πώς νιώθετε, όταν επισκέπτεσθε τη γενέτειρά σας; Τι σας συνδέει με τον τόπο, δεδομένου ότι 14χρονος φύγατε στην Αθήνα, αναζητώντας τους δρόμους της Μουσικής;

Πώς αισθάνομαι; Ρίγος! Δε νομίζω πως υπάρχει άνθρωπος που να μη νιώθει έτσι. Εκτός αν είσαι κακός ή έχεις πληγωθεί πάρα πολύ από κάτι, για να μη θες να πας στον τόπο σου. Εκεί, γεννήθηκα, άνοιξα τα μάτια μου, περπάτησα, είδα τον κόσμο, έκανα τα πρώτα πράγματα, γνώρισα τις γεύσεις μου. Είναι δυνατόν να μη μ’ αρέσει αυτός ο τόπος; Έχω γράψει έργα για τη Μεσσηνία, δεν ξέρω αν θα ευδοκιμήσουν, γιατί ισχύει το «ότι κανείς δεν αγιάζει στον τόπο του», αλλά δε με απασχολεί αυτό και ούτε έχω κακίες. Για τον τόπο μου νιώθω υπέροχα, θεϊκά, θα έλεγα.

Ως γνώστης των βοτάνων, από τις σπουδές σας, υποθέτω, στη Γεωπονική, βρίσκετε κάποια είδη τους στους Μεσσηνιακούς κάμπους, που θα τα συστήνατε στους αναγνώστες του περιοδικού;

Τι να πρωτοπώ για τα προϊόντα της Μεσσηνίας; Ξεκινώντας από τον ήλιο και τη θάλασσα που πλεονάζουν στο τόπο αυτόν, θα καταλήξω στα σύκα, το λάδι και τα φραγκόσυκα, τα μοναδικής ποιότητας προϊόντα!!!

Ευχαριστώ τον κ. Γιώργο Γιαννόπουλο και του εύχομαι υγεία, επιτυχίες προσωπικές και επαγγελματικές.

 

Συνέντευξη του Γιώργου Γιαννόπουλου στο περιοδικό «Σύμβουλος Υγείας» και τηv Ηρώ Αργυράκη.

About the author