Δυσανεξία στη λακτόζη

Δυσανεξία στη λακτόζη
Δυσανεξία στη λακτόζη

Η δυσανεξία στη λακτόζη είναι μια συνηθισμένη διαταραχή που οφείλεται στην αδυναμία ενός οργανισμού να διασπάσει τη λακτόζη στα επιμέρους σάκχαρα, που την σχηματίζουν, και ακολούθως να την απορροφήσει.

Η λακτόζη βρίσκεται στο γάλα και στα γαλακτοκομικά προϊόντα, σε περιεκτικότητα 2-8%. Η λακτόζη που λαμβάνουμε, μέσω της τροφής, είναι δισακχαρίτης και πρέπει να διασπαστεί στη μορφή μονοσακχαρίτη, έτσι ώστε να απορροφηθεί από το βλεννογόνο του λεπτού εντέρου. Η διάσπαση της λακτόζης σε δύο σάκχαρα, τη γλυκόζη και τη γαλακτόζη, γίνεται από ένα ένζυμο, τη λακτάση, που σε φυσιολογικές συνθήκες παράγεται στο λεπτό έντερο.

Η έλλειψη της εντερικής λακτάσης εμποδίζει την υδρόλυση και κατά συνέπεια, την απορρόφηση της λακτόζης. Μετά από μια σειρά διαδικασιών, που προκαλούνται από την ύπαρξη της ελεύθερης, αδιάσπαστης λακτόζης στο λεπτό έντερο, αυτή φτάνει στο παχύ έντερο όπου, παρουσία εντερικών βακτηριδίων, υπόκειται σε ζύμωση, με αποτέλεσμα την έκλυση αερίου υδρογόνου, μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα. Ο σχηματισμός των αερίων αυτών, σε συνδυασμό με την αύξηση της ποσότητας νερού και της ταχύτητας διάβασης του εντερικού περιεχόμενου, προκαλούν διάφορα γαστρεντερικά συμπτώματα. Αυτά περιλαμβάνουν, κυρίως, τυμπανισμό, διάρροια, φούσκωμα και κοιλιακό πόνο και εμφανίζονται σε ένα διάστημα από μισή ώρα έως δύο ώρες μετά την κατανάλωση γάλακτος ή γαλακτοκομικών. Η ένταση των συμπτωμάτων μπορεί να κυμανθεί από ήπια έως σοβαρή, ανάλογα με την ποσότητα της λακτόζης που καταναλώθηκε και που μπορεί να γίνει ανεκτή από το συγκεκριμένο άτομο. Εξάλλου, ο βαθμός δυσανεξίας στη λακτόζη διαφέρει από άτομο σε άτομο – κάποιοι δεν μπορούν να αφομοιώσουν κανενός τύπου γαλακτοκομικά προϊόντα, ενώ άλλοι μπορούν να καταναλώσουν μικρές ποσότητες χωρίς συμπτώματα δυσανεξίας.

Η λακτάση βρίσκεται σε μέγιστα επίπεδα μετά τη γέννησή μας, και σταθερά μειώνεται με την ηλικία. Τα περισσότερα είδη θηλαστικών, συνήθως, χάνουν την ικανότητα πέψης της λακτόζης, καθώς ενηλικιώνονται. Στον ανθρώπινο πληθυσμό, η έλλειψη λακτάσης παρουσιάζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις φυλετικές ομάδες της Ασίας, της Νότιας Αμερικής και της Αφρικής, ενώ αντίθετα οι φυλές της Βόρειας Ευρώπης και της Βορειοδυτικής Ινδικής χερσονήσου είναι πιθανότερο να διατηρήσουν την ικανότητα πέψης της λακτόζης ακόμα και μετά την ενηλικίωση.

Η μείωση των επιπέδων της λακτάσης μετά την παιδική ηλικία αφορά στην πρωτοπαθή δυσανεξία στη λακτόζη. Η δευτεροπαθής δυσανεξία μπορεί να παρουσιαστεί σε ένα άτομο που κατά τα άλλα δεν είναι δυσανεκτικό, αν προκύψει βλάβη του εντερικού βλεννογόνου από λήψη φαρμάκων ή σε οξείες ασθένειες ή καταστάσεις, όπως γαστρεντερίτιδα, νόσος του Crohn, μετά από χημειοθεραπείες και άλλες περιπτώσεις. Πιο σπάνιες είναι οι περιπτώσεις δυσανεξίας που παρουσιάζονται εκ γενετής, στις οποίες χρειάζεται ιδιαίτερος χειρισμός για τη σωστή και επαρκή σίτιση του νεογέννητου, που δεν μπορεί να τραφεί με το μητρικό γάλα.

Η διάγνωση της δυσανεξίας μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, που περιλαμβάνουν τη λήψη ιατρικού, οικογενειακού και διατροφικού ιστορικού, ή με τη διεξαγωγή ειδικών εξετάσεων. Κατά τη λήψη του ιστορικού, γίνεται εκτίμηση των συμπτωμάτων τα οποία, ωστόσο, μπορεί να παραπλανήσουν σχετικά με την ύπαρξη δυσανεξίας στη λακτόζη, καθώς συμπίπτουν με αυτά άλλων νόσων, όπως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, η κοιλιοκάκη, ή φλεγμονώδεις καταστάσεις του εντέρου. Η διάγνωση μπορεί να γίνει και με την εξέταση από το γιατρό για σωματικές εκδηλώσεις των συμπτωμάτων, όπως ο τυμπανισμός, η ευαισθησία στο άγγιγμα της κοιλιάς και η ύπαρξη ήχων στα έντερα που προκύπτουν από το σχηματισμό αερίων. Για να εξακριβωθεί η ύπαρξη ή μη δυσανεξίας στη λακτόζη, ο ασθενής καλείται να αποφύγει εντελώς την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων για ένα χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να εκτιμηθεί αν τα συμπτώματα προκαλούνται από την κατανάλωση λακτόζης. Τέλος, πιο ακριβείς απαντήσεις μπορούν να δώσουν εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις, όπως η μέτρηση των επιπέδων υδρογόνου στην αναπνοή ή η οξύτητα των κοπράνων.
Παρόλο που δεν αποτελεί νόσο απειλητική για τη ζωή, η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί να αποτρέψει την πρόσληψη επαρκούς ποσότητας θρεπτικών συστατικών, όπως το ασβέστιο και η βιταμίνη D, που βρίσκονται κατεξοχήν στο γάλα. Αν, επομένως, αποφεύγουμε εντελώς την κατανάλωση γαλακτοκομικών, λόγω δυσανεξίας, μπορούμε να εμπλουτίσουμε τη διατροφή μας με άλλες τροφές αρκετά πλούσιες σε ασβέστιο, όπως φυλλώδη πράσινα λαχανικά (μπρόκολο, λάχανο, μπάμιες), σόγια, ξηρούς καρπούς και ψάρια με βρώσιμα κόκαλα (για παράδειγμα σαρδέλες). Πολύ χρήσιμα, επίσης, είναι τα συμπληρώματα διατροφής που περιέχουν βιταμίνη D. Πάντως, στην αγορά κυκλοφορούν αρκετά γαλακτοκομικά προϊόντα ελεύθερα λακτόζης και εμπλουτισμένα με ασβέστιο, οπότε μπορούμε να τα καταναλώσουμε χωρίς τον κίνδυνο εμφάνισης δυσάρεστων συμπτωμάτων και ταυτόχρονα εξασφαλίζουμε επάρκεια σε ασβέστιο. Επίσης, μπορούμε να επιλέξουμε υποκατάστατα γάλακτος, όπως το γάλα σόγιας, το γάλα αμυγδάλου, το γάλα από ρύζι ή παρόμοια προϊόντα. Τέλος, αν δεν θέλουμε να βγάλουμε από τη διατροφή μας το γάλα ή επιθυμούμε να καταναλώσουμε κάποιο συγκεκριμένο γεύμα, μπορούμε να επιλέξουμε ένα συμπλήρωμα – υποκατάστατο της λακτάσης. Αυτή αντικαθιστά τη λακτάση που κανονικά παράγεται στο λεπτό έντερο και διασπά την λακτόζη. Η λήψη της γίνεται, συνήθως, ακριβώς πριν την κατανάλωση του γεύματος που περιέχει τη λακτόζη.
Εκτός από το ασβέστιο και τη βιταμίνη D, η μη κατανάλωση γάλακτος μπορεί να μας στερήσει σημαντικές ποσότητες πρωτεϊνών και βιταμινών A και Β12. Επιπλέον, η λακτόζη υποβοηθά την απορρόφηση μετάλλων, όπως το μαγνήσιο και ο ψευδάργυρος, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και την υγεία των οστών. Η δυσανεξία στη λακτόζη, μπορεί συνεπώς να συμβάλλει στην εμφάνιση οστεοπενίας και οστεοπόρωσης, οπότε είναι πολύ σημαντικό να προσαρμόσουμε τη διατροφή μας ή να την εμπλουτίσουμε με συμπληρώματα βιταμινών και μετάλλων, για να εξασφαλίσουμε τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά.

Αξίζει, επίσης, να πούμε πως η λακτόζη κρύβεται και σε πολλά άλλα τρόφιμα, και όχι αποκλειστικά στο γάλα, στο τυρί και το γιαούρτι. Χρησιμοποιείται εκτενώς στη βιομηχανία επεξεργασμένων τροφίμων ως βελτιωτικό υφής ή γεύσης, οπότε μπορούμε να τη βρούμε σε μια πληθώρα προϊόντων, όπως αλλαντικά, συσκευασμένο ψωμί σε φέτες, δημητριακά πρωινού, μαργαρίνες, μπάρες πρωτεΐνης, έτοιμες σάλτσες, αλλά ακόμα και ως έκδοχο (αδρανές συστατικό) σε φάρμακα. Επομένως, σε περίπτωση δυσανεξίας, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην κατανάλωση τέτοιων προϊόντων, και να ελέγχουμε τη λίστα των συστατικών στα συσκευασμένα τρόφιμα.

Γεωργία Γιαννουλάκη
Φαρμακοποιός
Φαρμακείο Ταγάρα Αναστασία – Γιαννουλάκη Γεωργία

Πηγές: http://www.nhs.uk/Conditions/lactose-intolerance/Pages/Introduction.aspx, http://www.niddk.nih.gov/health-information/health-topics/digestive-diseases/lactose-intolerance/Pages/facts.aspx

About the author