Ελκώδης κολίτιδα

Ελκώδης κολίτιδα
Ελκώδης κολίτιδα

Η ελκώδης κολίτιδα είναι μια μορφή φλεγμονώδους εντερικής νόσου (IBD). Είναι μια πάθηση του παχέος εντέρου, στο οποίο γίνεται η απορρόφηση του νερού και άλλων ουσιών από τις τροφές και σχηματίζονται τα κόπρανα. Στην ελκώδη κολίτιδα το παχύ έντερο παθαίνει φλεγμονή, διογκώνεται (πρήζεται) και δημιουργούνται στην επιφάνειά του έλκη (πληγές) που μπορεί να είναι από πολύ μικρά έως πολύ μεγάλα.
Αποτέλεσμα, το «πληγωμένο έντερο» να μην μπορεί να απορροφήσει το νερό, τα κόπρανα γίνονται υδαρή (διάρροια), ενώ από τα έλκη βγαίνει κάποιες φορές αίμα.
Η ελκώδης κολίτιδα παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με μια άλλη πάθηση του εντέρου, που ονομάζεται νόσος του Κρον (Crohn’s disease) και παλιότερα πίστευαν ότι επρόκειτο για την ίδια πάθηση.
Η σπουδαιότερη διαφορά τους είναι ότι, ενώ στην ελκώδη κολίτιδα πάσχει αποκλειστικά και μόνον το παχύ έντερο, στη νόσο του Κρον μπορεί να υπάρχουν βλάβες και στο λεπτό έντερο, το στομάχι, ακόμα και το στόμα.
Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα που χρησιμοποιούνται οι πιο σύγχρονες μέθοδοι, είναι μερικές φορές δύσκολο να καταλάβουμε ποια από τις δυο παθήσεις πρόκειται και μόνον ο χρόνος και η συχνή παρακολούθηση του αρρώστου μπορεί να δώσει την απάντηση.

ΑΙΤΙΑ
Αν και η ακριβής αιτία της ελκώδους κολίτιδας παραμένει άγνωστη έχουν προταθεί αρκετές αιτίες.

Διατροφή: Μία διατροφή χαμηλή σε φυτικές ίνες μπορεί να επηρεάσει τη συχνότητα της ελκώδους κολίτιδας.
Θηλασμός: Υπάρχουν αντικρουόμενες αναφορές για την προστασία του θηλασμού στην ανάπτυξη της φλεγμονώδους νόσου του εντέρου.
Κληρονομικότητα: Παρόλο που η ελκώδης κολίτιδα δεν είναι μία καθαρά κληρονομική νόσος, έχει μία κληρονομική προδιάθεση, αφού εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα της ίδιας οικογένειας και ειδικά σε δίδυμα αδέρφια.
Μεταδοτικότητα: Είναι βέβαιο ότι η ασθένεια δεν είναι μεταδοτική. Αν και τα συμπτώματα της μοιάζουν με τα συμπτώματα μιας γαστρεντερίτιδας, πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική πάθηση, η οποία χρειάζεται ειδική θεραπεία.
Αυτοάνοση αιτία: Ορισμένες πηγές κατατάσσουν την ελκώδη κολίτιδα ως μία αυτοάνοση ασθένεια, μία ασθένεια στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα δυσλειτουργεί. Σε αντίθεση με τη νόσο του Crohn, η οποία μπορεί να επηρεάσει όλες τις περιοχές του γαστρεντερικού σωλήνα, η ελκώδης κολίτιδα προσβάλλει συνήθως το ορθό και περιορίζεται στο παχύ έντερο με την περιστασιακή συμμετοχή του ιλεού.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
Έντονος πόνος στην κοιλιακή χώρα
Διάρροια με παρουσία αίματος
Αναιμία
Εξάντληση
Απώλεια βάρους
Ανορεξία
Απώλεια αίματος από τον πρωκτό
Απώλεια υγρών του σώματος και θρεπτικών ουσιών
Δερματικές αλλοιώσεις
Πόνοι στις αρθρώσεις
Στα παιδιά μπορεί να παρουσιαστεί πρόβλημα με την ανάπτυξή τους
Διαταραχή στους ηλεκτρολύτες
Στο 50% των ασθενών τα συμπτώματα είναι ήπιας μορφής. Κάποιοι υποφέρουν από συχνούς πυρετούς, αιματηρές διάρροιες, αναγούλες και σοβαρούς κοιλιακούς πόνους. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων, συνήθως, συμβαδίζει με τη βαρύτητα και την έκταση της νόσου. Δεν είναι απαραίτητο, όμως, όλοι οι ασθενείς της νόσου, να έχουν τα ίδια συμπτώματα ή συμπτώματα γενικώς. Οι ασθενείς με αιμορραγική πρωκτίτιδα παρουσιάζουν καθαρό φρέσκο αίμα από το ορθό ή με πρόσμειξη βλέννας ή έχουν σκληρά κόπρανα καλυμμένα με αίμα.
Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, μπορεί να υπάρχει υψηλός πυρετός και τα κόπρανα να μην είναι καθόλου σχηματισμένα, αλλά σκέτο νερό γεμάτο αίμα και βλέννα.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η διάγνωση και η εκτίμηση της σοβαρότητας της νόσου γίνεται μέσω κλινικών, ενδοσκοπικών, ιστολογικών και εργαστηριακών εξετάσεων. Λαμβάνεται λεπτομερές οικογενειακό και προσωπικό ιατρικό ιστορικό του ασθενούς. Η γενική ανάλυση αίματος μπορεί να δείξει εάν υπάρχει αναιμία (από αιμορραγία στο παχύ έντερο). Επίσης μια αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων δείχνουν ότι υπάρχει φλεγμονή στον οργανισμό και η ελκώδης κολίτιδα συνοδεύεται από φλεγμονή. Η ανάλυση κοπράνων μπορεί να δείξει και αυτήν την αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων, όπως επίσης και την ύπαρξη αίματος, λόγω αιμορραγίας ή ακόμα μόλυνση του παχέος εντέρου, λόγω βακτηριδίων, ιών ή παρασίτων. Η τελική διάγνωση της νόσου γίνεται με την κολονοσκόπηση ή σιγμοειδοσκόπηση. Επιτρέπει τη διαφοροποίηση της νόσου από άλλες παθήσεις του εντέρου που προκαλούν ανάλογα συμπτώματα, όπως η νόσος του Crohn, η εκκολπωματίτιδα και ο καρκίνος. Η λήψη του δείγματος γίνεται με ένα ειδικό εύκαμπτο ενδοσκόπιο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η θεραπεία για την ελκώδη κολίτιδα εξαρτάται από τη σοβαρότητα της ασθένειας. Οι περισσότεροι ασθενείς ακολουθούν φαρμακευτική αγωγή. Στην αρχή της θεραπείας λαμβάνουν παράγοντες 5-ASA, έναν συνδυασμό των φαρμάκων σουλφοναμίδης, σουλφαπυριδίνης και σαλικυλικών που βοηθούν στον έλεγχο της φλεγμονής. Το πιο συνηθισμένο από αυτά τα φάρμακα είναι η σουλφασαλαζίνη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για όσο χρειαστεί και γίνεται να χορηγείται και μαζί με άλλα φάρμακα. Πιθανές παρενέργειες των παραγόντων αυτών είναι ναυτίες, έμετοι, καύσος, διάρροια και πονοκέφαλος.
Οι ασθενείς με σοβαρή μορφή της ασθένειας,οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη μασαλαμίνη, μπορούν να χρησιμοποιήσουν κορτικοστεροειδή. Η πρεδνισόνη και η υδροκορτιζόνη είναι δύο κορτικοστεροειδή που χρησιμοποιούνται για τη μείωση της φλεγμονής. Λαμβάνονται εκ του στόματος, ενδοφλέβια, μέσω κλύσματος ή σε υπόθετο, ανάλογα με το σημείο της φλεγμονής. Οι πιθανές παρενέργειες είναι η αύξηση βάρους, ακμή, τριχοφυΐα προσώπου, υπέρταση, κυκλοθυμία και αυξημένο κίνδυνος μόλυνσης, οπότε οι ασθενείς που λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα παρακολουθούνται προσεκτικά από το γιατρό τους. Κάποια άλλα φάρμακα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να χαλαρώσουν τον ασθενή ή να ανακουφίσουν τον πόνο, τη διάρροια ή τη μόλυνση.
Λιγότερες είναι οι φορές που τα συμπτώματα είναι τόσο σοβαρά, ώστε ο ασθενής να χρειαστεί νοσηλεία. Όπως, όταν ένα άτομο παρουσιάσει σοβαρή αιμορραγία ή διάρροια που προκαλούν αφυδάτωση. Τότε ο γιατρός προσπαθεί να σταματήσει τη διάρροια και την απώλεια αίματος, υγρών και μεταλλικών αλάτων. Ο ασθενής μπορεί να χρειαστεί ειδική διατροφή ενδοφλέβια σίτιση, φαρμακευτική αγωγή ή ακόμα και εγχείριση κάποιες φορές.

Σε σοβαρές περιπτώσεις, ένας ασθενής μπορεί να χρειαστεί εγχείριση για την απομάκρυνση του άρρωστου κόλον. Η εγχείριση είναι η μόνη θεραπεία για την ελκώδη κολίτιδα. Κάποιοι ασθενείς,των οποίων τα συμπτώματα χειροτερεύουν από κάποιες τροφές, έχουν τη δυνατότητα να τα ελέγξουν αποφεύγοντας τις τροφές που ενοχλούν το έντερο, όπως είναι τα πολύ καρυκευμένα φαγητά και η λακτόζη.

Πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν μία ύφεση για κάποιο διάστημα κατά το οποίο εξαφανίζονται τα συμπτώματα και το οποίο διαρκεί για μήνες ή ακόμα και για χρόνια. Αυτή η κλινική εικόνα της ασθένειας με υφέσεις και εξάρσεις, σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το αν έχει αποδώσει η θεραπεία ή όχι. Ο πάσχων από ελκώδη κολίτιδα μπορεί να χρειαστεί ιατρική φροντίδα με συχνές επισκέψεις στον γιατρό για τον έλεγχο της κατάστασης. Στόχος της θεραπείας είναι η διατήρηση της νόσου σε ύφεση και χωρίς συμπτώματα.

Παντελής Νικολαίδης
Φαρμακοποιός

ΠΗΓΕΣ: www.wikipedia.com, www.gastrounit,gr, www.merckmanuals.com/professional

About the author