Ενα διαφορετικό πρωινό

Ενα διαφορετικό πρωινό
Ενα διαφορετικό πρωινό

Μια τρυφερή αγκαλιά για πρωινή καλημέρα και ένα φιλί στο μάγουλο. Εκεί που ο χρόνος άφηνε τη διαδρομή της σοφίας. Η αγαπημένη κίνηση της Δανάης στον πατέρα της. «Λοιπόν; Έτοιμος ;» Εκείνος γύρισε την κοίταξε με μια τρυφερή ματιά που στο βάθος της έκρυβε αγωνία «Πάντα δεν ήμουν έτοιμος;» της απάντησε, απλά χαϊδεύοντας το χείμαρρο των μαλλιών της. «Είδες που άδικα ανησυχούσες και πως το γράμμα μου, μετά τις εξετάσεις σου είχε όλα όσα θετικά θα είχες από αυτές; Να, λοιπόν, που ήρθε η ώρα να πάμε πρώτη ημέρα στο σχολείο».

Η Δανάη απλά χαμογέλασε «Σχολείο;» του είπε «Μάλλον Πανεπιστήμιο». Αλλά η συνήθεια δεν χάνεται. Πρώτη ημέρα στο δημοτικό, πρώτη ημέρα στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο και τώρα στο Πανεπιστήμιο. Αγαπημένη μας συνήθεια συμφωνείς;» «Θυμάσαι τότε πριν δώδεκα χρόνια; Πρώτη ημέρα στο δημοτικό! Τι ήμερα και αυτή!». Η Δανάη του μιλούσε με μια νοσταλγική τρυφερότητα, σαν να ήθελε να γυρίσει τότε, εκείνο το πρωινό. Το πρώτο που σφικτά τα χέρια τους δέθηκαν, μα πιο πολύ δέθηκαν η ζωές τους, με καθημερινά διαβάσματα, αναλύσεις, σκέψεις, συζητήσεις και πάλι συζητήσεις. Που αυτό έγινε από ένα απλό πρωινό στο σχολείο, μια ιστορία ζωής. «Θυμάσαι τότε; Εκείνο το πρωινό; Τι ιστορία !». «Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια. Πώς ξεκίνησες. 3 ολόκληρες εβδομάδες πριν, επισκεφτήκαμε το σχολείο μαζί. Πως το κτίριο απ’ όπου χρόνια τώρα περνούσαμε στο δρόμο προς το σπίτι. Αλλά το ίδιο θα έκανες εάν ήταν ένα σχολείο πολλά χιλιόμετρα μακριά. Κάναμε μια μίνι ξενάγηση και άρχισες να μου μιλάς για μια καινούργια ζωή με πολλά παιδιά. Δύο εβδομάδες πριν, κάναμε μαζί έναν κατάλογο ρούχων. Πριν τον πανικό των τελευταίων ημερών, είδαμε με καθαρό μυαλό τι είχα ήδη, τι μου χώραγε ακόμη και τι καινούριο χρειαζόμουνα.
Μία εβδομάδα πριν την ΟΡΓΑΝΩΣΗ, η αδυναμία σου. Καθαρίσαμε μαζί και τακτοποιήσαμε τα ράφια και τα συρτάρια στο παιδικό μου δωμάτιο, αυτό έχω ακόμα έτσι σαν ανάμνηση μιας ζωής, που ποτέ δεν θα μπορέσει να χαθεί στου χρόνου τα μετερίζια, κι ακόμη αφήσαμε χώρο, γιατί μου είπες: «για τα νέα βιβλία και τετράδια;». Ψωνίσαμε τα τελευταία απαραίτητα… όπως τσάντα, κουτί για το κολατσιό, τετράδιο και μολύβια. Μετά άρχισε η προετοιμασία για το σχολικό ωράριο «Μάθε σιγά σιγά το σχολικό ωράριο!» μου είπες ξανά και ξανά και κάθε φορά μια τρυφερή αγκαλιά έκλεινε τη φράση σου, που για μένα δεν είχε νόημα η λέξη ωράριο, αλλά έτσι μου έσβηνες τους φόβους μου. Παρόλο που έξω ακόμα είχε φως μέχρις αργά, αρχίσαμε να τρώμε πιο νωρίς και με έβαζες για ύπνο νωρίς, σαν να επρόκειτο να ξυπνήσω νωρίς το πρωί, πάντα, με μια ιστορία, άλλοτε γεμάτη γράμματα που παίζανε, όπου το Άλφα κρυβόταν να μην το βρει το Βήτα και άλλοτε ήταν ένας αριθμός και βρήκε άλλον έναν και έγιναν Δύο και τόσες άλλες ιστορίες, που όλα ήταν από το μυαλό σου, μεγάλε μου παραμυθά!
Μετά θυμάμαι μια μέρα που μου είπες: «Έλα να ντυθούμε μαζί, να δούμε ποιος μπορεί πιο γρήγορα». Την επόμενη μου είπες: «Χθες έχασα, αλλά σήμερα όχι! Μόνο θα ντυθούμε μαζί, θα πάρουμε πρωινό, θα πλύνουμε δόντια, θα φτιάξουμε τσάντα να δούμε αν θα με κερδίσεις». Και φυσικά πάντα έχανες! Έτσι με έμαθες να ντύνομαι, να παίρνω πρωινό και να ετοιμάζομαι σε προκαθορισμένο χρόνο για το σχολείο. Ένα παιχνίδι που μου έμαθε πολλά. Τι να πρωτοθυμηθώ!!! Αλήθεια θα μου βάλεις και πάλι κανόνες διαβάσματος; Πώς μου εξηγούσες ότι πρόκειται να έχουμε στην αρχή μαζί, μετά μόνη μου λίγη δουλειά και για το σπίτι και κάναμε μια σοβαρή συζήτηση ποια ώρα της ημέρας και ποιο μέρος του σπιτιού θα είναι τα πιο κατάλληλα για να διαβάζω. Πότε θα παίζω, πότε θα βλέπω λίγη τηλεόραση και όλα με έναν τρόπο σαν παιχνίδι.
Μετά με πήγες να γνωρίσω τη δασκάλα ή το δάσκαλο. Πήγαμε μαζί μια βόλτα από το γραφείο του και μιλήσαμε για μένα. Θυμάσαι τι σου είπα όταν βγήκαμε; «Η δασκάλα μου είναι γριά και μυρίζει σαν βατράχι». Άσε που δεν ήξερα αν μυρίζει το βατράχι και η γριά 25 ετών !!! Θυμάμαι που έσκασες στα γέλια και μου είπες «Ξέρεις δεν είναι γριά, αλλά εσύ είσαι πολύ μικρή». Κάπως έτσι ήρθε η μεγάλη νύχτα. Μια νύχτα πριν, διαλέξαμε μαζί τα ρούχα μου, τα βγάλαμε από την ντουλάπα, για να περιορίσεις το πρωινό άγχος σου. Ετοιμάσαμε την τσάντα μου. Μέσα έβαλες ένα καθαρό χαρτάκι με κολλημένο το τηλέφωνο και τη διεύθυνση του σπιτιού μας. Θυμάμαι και μια μικρή έκπληξη: Μέσα είχες βάλει ένα «απαγορευμένο» σνακ που μου άρεσε με ένα σημείωμα

«Σήμερα, απλά, για μια διαφορετική ημέρα, και κάτι που είχε συναισθηματική αξία, για μένα, και ακόμη στις νοσταλγίες της πρώτης νιότης μου υπάρχει! Μια φωτογραφία σου με την αστεία φατσούλα σου με μια ταμπέλλα που έλεγε κρεμασμένη στο στήθος σου; ‘’ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΟΜΟ ΓΕΜΑΤΟ ΜΑΓΕΙΑ’’. Πόσο γέλασα. Πόσο δίκιο είχες για το δρόμο γεμάτο μαγεία. Γιατί το δώρο μου; Ήθελες να μου δείξεις πόσο περήφανος ήσουν που μεγάλωσα και αρχίζω σχολείο και μου χάρισες ακόμη και δικό μου ξυπνητήρι! Και ήρθε η μεγάλη μέρα. Πήγες πιο αργά στη δουλειά, ώστε να μείνεις παραπάνω ώρα στο σχολείο μαζί μου.
Έφτιαξες ένα εντυπωσιακό πρωινό. Φάγαμε μαζί, συζητώντας για τη συναρπαστική ημέρα που μόλις άρχισε. Θυμάσαι πως βγάλαμε μια φωτογραφία; Έτσι ξεκίνησε η συνήθειά μας, κάθε χρόνο την πρώτη ημέρα του σχολείου, για να βλέπεις πόσο μεγάλωνα και μια ξεχωριστή φωτογραφία την πρώτη κάθε φορά. Το Γυμνάσιο, το Λύκειο και τώρα σήκω να βγάλουμε την πρώτη Του Πανεπιστήμιου. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι όλα τα ΔΕΝ που είχες βάλει στο μυαλό σου και αργότερα μου τα έδειξες!

– Δεν μίλαγες ποτέ σε τρίτους για τις δυσκολίες μου, όταν ήμουν μπροστά.
– Δεν σχολίασες ποτέ τη συμπεριφορά των παιδαγωγών ή της δασκάλας μου μπροστά μου.
– Δεν με ξεγέλασες και προσπάθησες να φύγεις από το προαύλιο, τη στιγμή που είχα στρέψει αλλού την προσοχή μου.
– Δεν έμεινες στο σχολείο, να προσπαθείς να κρυφοκοιτάξεις στην αίθουσα, για να δεις αν σταμάτησα να κλαίω, γιατί τότε το ξέσπασμά σου θα ήταν αναπόφευκτο».
– Η Δανάη τον κοίταξε. Χαμένοι και οι δύο τους στο ταξίδι του χρόνου. Του δικού τους Χρόνου.
Άπλωσε το χέρι της και με την άκρη των δαχτύλων της σκούπισε το κύλισμα της νοσταλγίας, που πότιζε μια χαρακιά του χρόνου.

Αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά του κόσμου που ξεκινούν το δρόμο της μάθηση και στους γονείς τους με τη φράση του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου «Σοφία πάντων κάλλιστον, η δε αμάθεια πάντων κάκιστον» Πλάτων.

Ανδρέας Καλλιβωκάς
Φαρμακοποιός

http://www.kallivokas.gr/

About the author