Καταναλωτική μανία

Καταναλωτική μανία
Καταναλωτική μανία

Πριν αναλώσουμε χρόνο για να δούμε, στο μέτρο των δυνατοτήτων του χώρου και του χρόνου, το φαινόμενο καταναλωτική μανία, ας δούμε την ανάλυση των δύο λέξεων. Αυτό θα μας βοηθήσει περισσότερο στην κατανόηση της συμπεριφοράς. Καταναλώνω, λοιπόν, εκ του αρχαίου καταναλίσκω ήτοι κατά + αναλίσκω που σημαίνει ξοδεύω, δαπανώ, (αναλίσκω) με άσχημο τρόπο, με υπέρμετρο τρόπο.

Η λέξη κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στη γλώσσα μας προσδιορίζοντας με άσχημο τρόπο ακόμη και τον καθημερινό μας πελάτη, ενώ σε αντίθετη θέση η λέξη πελάτης, με την πραγματική της σημασία είναι αυτός που πλησιάζει προσεγγίζει εκ του πελάζω. Η δε μανία εκ του μαίνομαι, είμαι έξαλλος, γεμάτος οργή και η λέξης μανία, εξαλλοσύνη, οργή.

Σε μια, λοιπόν, ελεύθερη μετάφραση προς κατανόηση της συμπεριφοράς, μιλάμε για άτομα που με οργιώδη τρόπο σπαταλούν ασύστολα χωρίς σκέψη και σκοπό, χωρίς έννοια και λογική. Το ερώτημα που τίθεται ευθύς αμέσως είναι το γιατί. Αποτελεί πικρή διαπίστωση απλών πολιτών, αλλά και επιστημόνων, της συμπεριφοράς και της κοινωνίας που χρειάζεται να αναδειχθεί ακριβώς, επειδή τείνει να περνά απαρατήρητη, ότι η σύγχρονη Μαζική Κοινωνία, ενώ μας αναλώνει την ίδια ακριβώς στιγμή, μετουσιώνει σε υποκειμενική δικαίωση, που γεμίζει τον μέσο άνθρωπο με ανείπωτη χαρά, την ψευδαίσθηση – πόσο αφελείς μπορεί να είμαστε, αλήθεια – ότι υπάρχουμε επειδή… καταναλώνουμε! Η έλλειψη βασικών μορφωτικών επιπέδων ωθεί την καταξίωση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στον κοινωνικό ιστό, μόνο με ό,τι έχει υλική αξία.
Σήμερα, όλες οι πράξεις μας πιστοποιούν ότι ο σύγχρονος καταναλωτής συχνά, θα έλεγα εξοργιστικά πιο συχνά από ό,τι θα υπαγόρευαν οι κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης, ΚΑΤΑΝΑΛΩΝΕΙ όχι για να επιβιώσει ικανοποιώντας θεμελιακές ανθρώπινες ανάγκες, αλλά για ψυχολογικούς λόγους αντιστάθμισης συναισθημάτων θλίψης, απογοήτευσης, χαμηλής αυτό-εκτίμησης, ακόμη και σεξουαλικής αποτυχίας… Όταν η καταναλωτική συμπεριφορά φτάνει στα ακραία όρια, τότε μας προκύπτουν και καταναγκαστικά σύνδρομα που απολήγουν σε καταναλωτική μανία, με στόχο να αντισταθμισθούν αρνητικές ψυχικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα, ο ανασφαλής νεαρός χρειάζεται να αποκτήσει, οπωσδήποτε, το μαύρο πέτσινο με τα μεταλλικά κουμπιά, ο άνδρας που αγνοεί τα εσώτερα της υψηλής τεχνολογίας, αλλά παρά ταύτα – με δανεικά χρήματα και αμέτρητες δόσεις – αποκτά τα πλέον σύγχρονα επιτεύγματά της, που ΔΕΝ του χρειάζονται, και η γυναίκα που επιτέλους κάνει προσωπικό της κτήμα μια σειρά από τσάντες και ασορτί γόβες, έστω και αν δεν πρόκειται ποτέ να τα χρησιμοποιήσει. Στη δε χειρότερη και πιο καταστρεπτική της μορφή, είναι, όταν η καταναλωτική μας μανία ικανοποιείται στρεφόμενη προς τα μέλη της οικογένειάς μας, προκειμένου να εξασφαλίσουμε την ανύπαρκτη αγάπη, λόγω ανικανότητας ανταλλαγής ουσιαστικών συναισθημάτων. Σε αυτήν την περίπτωση, προγυμνάζουμε τον νέο ή τη νέα, τον έφηβο ή την έφηβη στην ερμηνεία των συναισθημάτων, μόνο δια μέσου του «φαίνεσθαι» έχοντας έλλειψη βασικών αρχών συναισθηματικής συμπεριφοράς, αλλά και γνώσης της αξίας της ενσυναίσθησης. Ασκούμε και «φροντίζουμε» τη νεότητα με ικανοποίηση φθαρτών αξιών π.χ. ακριβό κινητό, αλλά και με ακριβά ρούχα στο σχολείο, με αυτοκίνητο στο πανεπιστήμιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, «εκπαιδεύουμε» τη νεότητα στο να αναπτύσσει στο μέλλον καταναλωτική μανία, ως το μόνο δρόμο αξιοσύνης εντός του κοινωνικού ιστού που κινείται, αλλά σε πλείστες όσες περιπτώσεις, να επιδιώκει να «ανελιχτεί» σε κοινωνικούς ιστούς μη αποδεκτούς από το ηθικό σύνολο του ευρύτερου κοινωνικού γίγνεσθαι. Η ανθρώπινη συμπεριφορά μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή, ανάλογα με τις ανάγκες, τις αξίες και τις διεξόδους από τα προβλήματα, που ο άνθρωπος έχει ή νομίζει πως έχει στη διάθεσή του. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής μας σήμερα είναι ο καταναλωτισμός. Όταν μιλάμε για καταναλωτισμό, αναφερόμαστε στην ακατάπαυστη και ανεξέλεγκτη αγορά προϊόντων. Εδώ δεν υπάρχει κάποιο όριο, δηλαδή ένα σημείο, όπου το πρόσωπο θα θεωρήσει πως δεν χρειάζεται πλέον να αγοράσει κάτι, καθώς αυτό που έχει σημασία δεν είναι αυτό που αποκτά, αλλά η ηδονή που αντλεί από τη διαδικασία, την αγορά, την κατανάλωση καθεαυτή. Τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και την ψυχοπαθολογία δεν είναι πάντα ευδιάκριτα. Επίσημα, η καταναλωτική μανία δεν θεωρείται ψυχιατρική νόσος. Η ρήση του Ρενέ Ντεκάρ «cogito ergo sum» δηλαδή, «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω», έχει μετατραπεί σε «καταναλώνω, άρα υπάρχω» και ως άρρητη επιταγή μεταμορφώνεται σε raison d’ etre («λόγο ύπαρξης»). Η καταναλωτική μανία «διαγιγνώσκεται», όταν το άτομο:
– Φορτίζεται από δυσεπίλυτα συναισθήματα θυμού, άγχους, απογοήτευσης.
– Έχει έντονη παρόρμηση για κατανάλωση χρημάτων.
– Νιώθει να χάνει τον έλεγχο των χρημάτων στα καταστήματα.
– «Χρησιμοποιεί» ασυνείδητα τα ψώνια ως διαδικασία αγχόλυσης.
– Αντλεί άμεση ικανοποίηση από τον εαυτό του μετά τις αγορές, ωστόσο έχει μακροχρόνιο ψυχικό κενό και ενοχές (η υλιστική πληρότητα συχνά υποκαθιστά ένα βαθύτερο ψυχολογικό κενό).
Η παθολογική σχέση του υπερκαταναλωτικού ανθρώπου με τα ψώνια θυμίζει τη σχέση του εξαρτημένου από τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, τον τζόγο. Καταλήγει να είναι χρεωμένος για μεγάλα χρονικά διαστήματα, απομονώνεται κοινωνικά, νιώθει ενοχές, σύγχυση και ντροπή, ενώ η καταναλωτική μανία γίνεται όλο και πιο επιτακτική. Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, πρέπει να αναφερθεί πως το φαινόμενο της καταναλωτικής συμπεριφοράς δεν περιορίζεται στα υλικά αγαθά, αλλά καλύπτει και άλλες μορφές ανθρώπινης στάσης όπως: Η συνεχής εναλλαγή ερωτικών συντρόφων, και αυτό μορφή καταναλωτισμού, όπου η προσωπικότητα του καθενός περνάει σε δεύτερη μοίρα, ενώ εκείνο που κυριαρχεί είναι η σωματικότητα, δηλαδή το υλικό στοιχείο της ύπαρξής μας. Ως σοβαρή αιτία του φαινομένου έχει αξιολογηθεί και η σεξουαλική δυσλειτουργία. Όπως υποστηρίζει ο Γάλλος φιλόσοφος Μπερνάρ Στιγκλέ, η εκτροπή της σεξουαλικής ενέργειας προς την κατανάλωση υλικών αγαθών, έχει ως αποτέλεσμα τον εθιστικό κύκλο της κατανάλωσης, ο οποίος οδηγεί σε υπερκατανάλωση, στην εξάντληση του πόθου και στην κυριαρχία της συμβολικής μιζέριας. Η σχέση μεταξύ προβλημάτων σεξουαλικής δυσλειτουργίας και υπερκαταναλωτισμού μπορεί να είναι αμφίδρομη. Η απρόσωπη επικοινωνία στο Διαδίκτυο, όπου καθένας έχει τη δυνατότητα να απεκδυθεί όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα του και να υπάρξει μόνο με τη μορφή λέξεων και εικόνων, έχοντας έτσι τη δυνατότητα να παρουσιάσει όποιο προσωπείο επιθυμεί.
Ο καταναλωτισμός αποτελεί τρόπο διεξόδου από τα προβλήματα, που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος. Αυτά μπορούμε, σε γενικές γραμμές, να τα προσδιορίσουμε ως έλλειψη αξιών και ουσιαστικά νοήματος ζωής, εσωτερική φτώχεια και απόγνωση. Εκείνο που επιδιώκει να επιτύχει το καταναλωτικό ον με τις συχνές αγορές, είναι να κουκουλώσει το υπαρξιακό κενό του. Αυτό το κενό δεν αποτελεί θεωρητική προσέγγιση της ζωής του ή απλές, εντυπωσιακές λέξεις. Αντιθέτως, είναι μια πραγματικότητα, την οποία βιώνει το πρόσωπο κάθε στιγμή και η οποία του προκαλεί άγχος, επειδή δεν έχει πού να σταθεί, από πού να πιαστεί και να στηριχθεί. Έτσι καταφεύγει στις αγορές υλικών αντικειμένων, γιατί αυτές παράγουν ψευδαισθησιακή χαρά που ανακουφίζει προσωρινά. Λόγω, όμως, του παροδικού και επιφανειακού χαρακτήρα της, η χαρά αυτή σύντομα χάνεται και χρειάζεται να επαναληφθεί. Οπότε το πρόσωπο επαναλαμβάνει τη διαδικασία ξανά και ξανά, γιατί είναι πολύ πιο εύκολη από την προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπίσει. Βέβαια, στην έξαρση ενός φαινομένου, όπως ο καταναλωτισμός συμβάλλουν και διάφοροι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες. Έτσι σήμερα, στο πλαίσιο του μετα-μοντερνισμού, έχουμε φτάσει στην αμφισβήτηση των πάντων, των παραδοσιακών αξιών, δοκιμασμένων σε αντοχή και χρόνο, αλλά και των διαφόρων θεσμών, όπως η οικογένεια, η εργασία με τη μορφή της διακονίας ή ακόμη χειρότερα η απαξίωση των πολιτικών και των πολιτικών κομμάτων. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η αμφισβήτηση των αξιών και των θεσμών αυτών, όσο η απουσία εναλλακτικών αξιών και θεσμών. Όταν καταλήγουμε να αμφισβητούμε, για να αμφισβητούμε, δηλαδή απλώς γκρεμίζουμε για να γκρεμίσουμε, χωρίς να έχουμε να βάλουμε κάτι στη θέση αυτών που εξαφανίσαμε, τότε νιώθουμε το υπαρξιακό κενό, για το οποίο έγινε λόγος προηγουμένως. Σε αυτό συντείνουν και άλλα στοιχεία της σύγχρονης κοινωνίας, όπως το Διαδίκτυο, όχι με τη μορφή της επιπλέον δυνατότητας για επικοινωνία σε μια υπάρχουσα σχέση, αλλά ως έκθεση ιδεών ατόμων κλεισμένων στον εαυτό τους, χωρίς διάθεση ανταλλαγής και μοιράσματος. Ζούμε στην εποχή του Διαδικτύου, όπου η σωματική παρουσία δεν είναι απαραίτητη, η οθόνη του υπολογιστή αντικαθιστά συναισθήματα, το διαδικτυακό σεξ ανθεί. Αυτό δεν δίνει ελευθερία στον άνθρωπο. Του χαρίζει μοναξιά. Και όσο μεγαλώνει η μοναξιά, τόσο κορυφώνεται η αγωνία του. Για αυτό, πολλές φορές, αναζητά διέξοδο στην αγορά αγαθών, στη διακίνηση του πλαστικού χρήματος. Από την άλλη, δεν πρέπει να παραλείψουμε την πραγματικότητα που έχουμε από το χώρο των επιχειρήσεων. Αυτή είναι η ταχεία παραγωγή νέων προϊόντων, τα οποία πρέπει να αγοραστούν. Με άλλα λόγια το πρόσωπο, μέσω της διαφήμισης, περιβάλλεται από μια πανδαισία εικόνων και υποσχέσεων, με αρώματα και γεύσεις που ξεστρατίζουν το ευάλωτο άτομο, το μεθούν, του δημιουργούν ψεύτικες ανάγκες. Έτσι το «κατέχω» γίνεται συνώνυμο του «υπάρχω». Αυτό σημαίνει ότι, πλέον, κάποιος αρχίζει να αξιολογείται κοινωνικά από αυτό που έχει στην κατοχή του, το σπουδαίο αυτοκίνητο, το σπίτι, τις διακοπές σε κάποιο πολυτελές ξενοδοχείο, που διαφημίζεται στην τηλεόραση και στα περιοδικά, και όλοι ξέρουν την αξία του. Ως λύση στο πρόβλημα του καταναλωτισμού δεν μπορεί να προβληθεί η εγκράτεια με τη μορφή της στέρησης Αυτό που χρειάζεται το άτομο είναι να αποκτήσει μια υπαρξιακή προοπτική, να έρθει, δηλαδή, αντιμέτωπο με τα ουσιαστικά θέματα που το απασχολούν και να αρχίσει να αναρωτιέται για την παραγωγή πιο μόνιμων πηγών χαράς. Η συμμετοχή σε μια σχέση βάθους, όπου επικρατεί μοίρασμα μεταξύ των προσώπων, προσωπική εξέλιξη, η οποία πηγάζει από το αλληλοκαθρέφτισμα των προσώπων, η εμπειρία της ανατροφής ενός παιδιού, αλλά και οι φιλικές σχέσεις, όταν βασίζονται στην αλληλοεκτίμηση και την προσφορά του γέλιου. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να στραφούμε στον διπλανό μας και να τον αντιμετωπίσουμε ως προσωπικότητα, ζητώντας του να κάνει το ίδιο με εμάς. Ένας άνθρωπος καθορίζεται από τις αξίες που τον διέπουν και όχι από το τι κατέχει σε επίπεδο προϊόντων και επιφανειακών σχέσεων. Συνεπώς και προκειμένου να ανελιχτούμε σε υψηλοτέρα πνευματικά και ψυχικά ΕΠΙΠΕΔΑ, θα πρέπει συνεχώς να προσπαθούμε και να μην παρασυρόμαστε από την ροή του «ποταμού», που στην περίπτωση του Ανθρώπου είναι τα «πρέπει», τα «πιστεύω», οι πεποιθήσεις, τα εντυπώματα και τα «θέλω» του, που μέσω του κοινωνικού συνόλου τού έχουν επιβληθεί και πάντα αυτά όλα προσπαθούν να τον παρασύρουν κατηφορικά. Ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε φαινόμενα «Κλειστής Κοινωνίας». Αντίθετα, με τόλμη και περισσό θάρρος οφείλει να διεκδικεί τη «Ανοιχτή Κοινωνία», ώστε να μπορεί να διατηρηθεί στα «υψηλοτέρα Πνευματικά και Ψυχικά του Επίπεδα» ή να «ανελιχτεί» σε ακόμη πιο ΥΨΗΛΑ, με συνεχή μάχη κατά τη διάρκεια όλης του της ζωής, να «κολυμπά» αντίθετα με τη ροή του «ποταμού» καταβάλλοντας προσπάθεια καθημερινή …

Ανδρέας Καλλιβωκάς

Φαρμακοποιός

About the author