Κατερίνα Διδασκάλου

Κατερίνα Διδασκάλου
Κατερίνα Διδασκάλου

Ελληνίδα ηθοποιός του Θεάτρου, του Κινηματογράφου και της Τηλεόρασης. Γεννήθηκε στην Αθήνα και λόγω του πατέρα της, που ήταν ανώτερος δικαστικός, έζησε και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, όπου γνώρισε και τη ζωή των ανθρώπων με τα ήθη, τα έθιμα και τη νοοτροπία τους. Μέσα στο περιβάλλον μιας ζεστής, σωστής και πολιτισμένης οικογένειας, διαμόρφωσε τον χαρακτήρα της και οικοδόμησε μοναδικές αξίες που την καθορίζουν ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνιδα. Είναι απόφοιτος της «Δραματικής Σχολής» του Εθνικού Θεάτρου και της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση, συνέχισε τις σπουδές της στην Αμερική (Ν. Υόρκη), στο Columbia University, πάνω στην Υποκριτική Κινηματογράφου και στο Uta Hagen IHB Studio στην Υποκριτική Θεάτρου. Στη Ν. Υόρκη, δούλεψε στο θέατρο και νέα πολύ οικοδόμησε σπουδαίες εμπειρίες για την Τέχνη της. Εκεί παντρεύτηκε και απέκτησε τις κόρες της –Φλώρα και Μαρκέλλα. Αργότερα, στην Ελλάδα, απέκτησε και το γιο της, τον Διόνυσο. Νεότατη, έχει τρία παιδιά που την κάνουν υπερήφανη και έναν εγγονό από τη Φλώρα, τον Μιχάλη.

Την Κατερίνα Διδασκάλου τη συνάντησα στο Ντόρτμουντ, το 1990, με τα δύο μικρά της κορίτσια, το ένα στο καρότσι και το άλλο μόλις που περπατούσε και κάναμε παρέα όσο διάστημα έμεινε. Το 1991, έφυγε για την Ελλάδα και έκανε την εμφάνισή της στο Θέατρο και την Τηλεόραση. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, την ξανασυνάντησα στους χώρους που έπαιζε και τη θαύμαζα. Διαπίστωσα ότι, εκτός από πανέμορφο κορίτσι και σπουδαίος άνθρωπος, ήταν ταλαντούχα ηθοποιός, που οι προβλέψεις μου για την εξέλιξή της δεν διαψεύσθηκαν. Σήμερα, εξακολουθεί να έχει αυτήν την εξαιρετική εμφάνιση, που συνδυάζεται με την εμπειρία και τη φιλοσοφία της ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα είναι από τις καλύτερες ηθοποιούς στη χώρα μας, με σπουδαίες επιτυχίες σ’ όλους τους τομείς της Τέχνης της (στην Ελλάδα), αλλά και στο εξωτερικό. Η Κατερίνα Διδασκάλου είναι μία σπουδαία γυναίκα, καλλιεργημένη, απλή, με αφοπλιστική αθωότητα, ευγενική, ανθρώπινη, εργατική και παθιασμένη με ό,τι καταπιάνεται, κατασταλαγμένη στα θέλω της κι όλα αυτά συν την ολοκλήρωσή της με τη μητρότητα, την κάνουν μοναδική. Υπηρετεί με πάθος την Τέχνη της.
Στο Θέατρο, έχει παίξει σε πάρα πολλά έργα. Ενδεικτικά: Βικτόρ, τα παιδιά στην εξουσία, Εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ, Η πόρνη από πάνω, μοναδική στον μονόλογο αυτό, όπου με εκπληκτική μαεστρία υποδύεται διάφορους ρόλους, με ένα θέατρο κατάμεστο, με κοινό κατενθουσιασμένο, όπως κι εγώ, που παίζεται επί 4 συνεχή χρόνια και περιόδευσε ανά την επικράτεια, Έντα Γκάμπλερ και άλλα πολλά.
Στον Κινηματογράφο, έχει παίξει, επίσης, πρωταγωνιστικούς ρόλους (από το 1991-σήμερα). Ενδεικτικά: Δυο Ήλιοι στον Ουρανό 1991, Έλκηθρο Κράγια na sveta 1998, Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλλι 2001, Τριπλός Πράκτωρ του Ερίκ Ρομέρ 2004, Μην ξεχνάτε για μένα 2010 ταινία μ.μ., Μια ζωή σαν άλλη (short) 2006, Οιδίπους (short) 2010 κ.ά.
Στην Τηλεόραση, σε πάνω από 20 σειρές. Ενδεικτικά: Ελλάδα άνω, Κίτρινος φάκελος, Ανατομία ενός εγκλήματος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Κόκκινος Κύκλος, Άγγιγμα Ψυχής, Οι ιστορίες του Αντώνη Μπέκα, Αλεξάνδρα σε 18 αυτοτελή επεισόδια κ.ά.
Γενικά, η Κ.Δ. είναι μια ηθοποιός με ουσία, μια γυναίκα με περιεχόμενο, συνδυασμένα με ξεχωριστή ομορφιά που της χαρίζουν μια μοναδική φινέτσα. Η ομορφιά πηγάζει πάνω απ’ όλα από μέσα της, από τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο. Κυρίες και Κύριοι, η Κατερίνα Διδασκάλου, κοντά μας!
Σπουδάζατε συγχρόνως στη Δραματική Σχολή του Εθνικού και στη Φιλοσοφική. Πώς τελικά αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός; Ήταν όνειρο ζωής ή έτυχε; Η οικογένειά σας πώς είδε αυτήν σας την επιλογή;

Στα 17 μου, ήξερα ότι η ζωή μου θα είναι αυτή της ηθοποιού. Στα σχολικά χρόνια, ήμουν πάντα αυτή που είχε τα μεγαλύτερα και δυσκολότερα ποιήματα. Μετά από μια παράσταση στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Καλαμάτας, στα 14 μου, όπου ένας φίλος του πατέρα μου είπε: «Τι έγινε Κατερίνα; Πάμε για το Εθνικό;» Τοποθετώ χρονικά και την αρχή αυτού του «καλέσματος». Όσο για τη Φιλοσοφική, επειδή ήμουν πολύ καλή μαθήτρια έδωσα πιο πολύ, για να κάνω το χατίρι της μάνας μου. Και την τελείωσα. Να’ναι καλά. Όσο για τον πατέρα, αυτός ήξερε, ανέκαθεν, ότι αυτή θα είναι η κατάληξη. Ήταν έτοιμος!

Οι σπουδές σας στην Αμερική πάνω στο θέατρο και τον κινηματογράφο, καθόρισαν την μετέπειτα πορεία σας; Και η φιλοσοφική;

Εννοείται! Η πολύχρονη παραμονή μου, στη Ν. Υόρκη, με καθόρισε αισθητικά ως άτομο και ως ηθοποιό. Το μεγάλο κέρδος της Ν. Υόρκης είναι ότι φεύγοντας από κει είχα αποκτήσει άνεση στο να παίζω Αγγλικά και Γαλλικά. Η Φιλοσοφική ήταν το ερέθισμα, για να πλησιάσω κείμενα που βρήκα αργότερα στο θέατρο. Τέλειος συνδυασμός! Αν και ήξερα ότι ποτέ δεν θα εξασκήσω άλλο επάγγελμα εκτός από το της ηθοποιού.

Στη διαδρομή σας στον καλλιτεχνικό χώρο, συνεργασθήκατε με πολλούς σπουδαίους και αξιόλογους ανθρώπους. Ξεχωρίζετε κάποιους που σας βοήθησαν ουσιαστικά και σας καθόρισαν;

Κατά τη φοίτησή μου στο Εθνικό, η Μ.Χορς, δασκάλα μου στο χορό, με έβαλε στα μυστικά της κίνησης. Μετά η Uta Hagen και ο Bergof,στη Ν. Υόρκη, μαζί με τον Milos Forman, χάραξαν πολύ σημαντικές γραμμές στην εξέλιξή μου. Ο πρόωρα χαμένος Δημ. Έξαρχος και ο Κ. Κουτσομύτης, μου έδωσαν την πρώτη ευκαιρία στο θέατρο και την τηλεόραση αντίστοιχα. Μετά άρχισαν οι δουλειές να έρχονται η μία μετά την άλλη με τους: Γ. Κακλέα, Μ. Σαντοριναίο, Κ. Ρήγο, Θ. Αμπαζή, τους οποίους ιδιαίτερα εκτιμώ. Κινηματογραφικά, η συνεργασία μου με τον Eric Rohmer στην τελευταία του ταινία «Τριπλός πράκτορας» μου άνοιξε το δρόμο εκτός συνόρων.

Τι πρέπει να συνδυάζει ένας καλός σκηνοθέτης;

Αγάπη για τους ηθοποιούς, χάρισμα και ευγένεια.

Οπωσδήποτε η εμφάνιση αποτελεί σπουδαίο προσόν για έναν καλλιτέχνη. Είναι όμως το μοναδικό; Και το ταλέντο και ο παράγων τύχη επίσης, για μια επιτυχημένη καριέρα;

Οι αρχαίοι έλεγαν: «Ου φρενών πύθον, αλλά σταγόνα τύχης». Οι επιλογές παίζουν μεγάλο ρόλο και οι αστάθμητοι παράγοντες επίσης. Η εμφάνιση, χωρίς χάρισμα και πολλή-πολλή δουλειά, δεν εξασφαλίζει διάρκεια.

Πώς προσεγγίζετε ένα ρόλο που καλείστε να ερμηνεύσετε;

Γράφω πάντα βιογραφία για το ρόλο που ετοιμάζω, βάζοντας όσο πιο πολλές λεπτομέρειες γίνεται. Παρατηρώ πολύ συμπεριφορά και κινήσεις γύρω μου. Βρίσκω το ρόλο από τα πόδια και σιγά-σιγά ανεβαίνω…

(α) Θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση, έχουν την ίδια βαρύτητα για σας;
(β) Ποια έργα-ρόλους ξεχωρίζετε και τα θεωρείτε σταθμούς;
(α) Εντελώς! Βάζω πάντα την ίδια ενέργεια και στα τρία. Η τεχνική διαφέρει.
(β) Τις αρχαίες ηρωίδες που έκανα στα Αγγλικά σε μετάφραση του Βολανάκη. Τον πρώτο ρόλο επαγγελματικά που ήταν η θεά Αθηνά στο: «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Ευριπίδη που μου εμπιστεύτηκε ο Ν. Περέλης, όντας ακόμα φοιτήτρια στο Εθνικό! «Την Ελένη» του Ευριπίδη, στην Επίδαυρο, σκηνοθεσία Αμπαζή. Και, βεβαίως, την Αρσινόη στον «Τριπλό Πράκτορα» του Ρομέρ. Δεν μπορώ, βέβαια, να μη μιλήσω για την ‘’Ερατώ’’, αυτήν την τόσο διαφορετική ηρωίδα που μου χάρισε η πένα του Α. Τσιπιανίτη και η οποία με συντροφεύει παράλληλα και με άλλους ρόλους, 4 χρόνια ήδη! Και για να πάω λίγα χρόνια πίσω, ο διπλός ρόλος της Araxi και της μητέρας της, στη Βουλγάρικη ταινία «Μετά το τέλος του κόσμου», που μου χάρισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο κινηματογραφικό φεστιβάλ, στη Βερόνα.

Σε περίοδο κρίσης, που τα πάντα απαξιώνονται, πώς εξηγείτε το γεγονός ότι παντού ξεφυτρώνουν θεατρικά σχήματα και ότι λειτουργούν δεκάδες θέατρα που γεμίζουν, ενώ υπάρχει, τόσο μεγάλο ποσοστό ανεργίας στο χώρο της Τέχνης;

Το Θέατρο είναι ανάγκη πρώτη. Είναι πνευματική τροφή που, ειδικά στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε, συμβαίνει να είναι και πιο προσιτή. Πάντως δεν γεμίζουν όλα τα θέατρα. Κάτι που παρατηρώ με την κρίση είναι, ότι ο κόσμος επιλέγει παραστάσεις που μιλάνε στην ψυχή του και πολύ αυστηρά κρίνει, πλέον, αυτό που παίρνει, σε σχέση με το αντίτιμο που πληρώνει.

Πώς βιώνετε εσείς την κρίση; Και πώς αισθάνεστε για αξιόλογους συναδέλφους σας, που περιμένουν να χτυπήσει το τηλέφωνό τους για κάποια δουλειά;

Όσο για μένα, πρέπει να ομολογήσω, ότι παρότι είναι πολλαπλασιασμένοι οι φόροι που καλούμαι να πληρώσω, η προσέλευση του κοινού τα τελευταία 4 χρόνια, σε τρεις διαφορετικές δουλειές που έχω κάνει, είναι ενθουσιαστική και μου δίνει αισιοδοξία και κουράγιο να συνεχίσω. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν συνάδελφοι που μένουν πολύ καιρό άνεργοι. Είναι οδυνηρό. Αλλά ξέρω και πολύ αξιόλογους συναδέλφους, που ενώ δουλεύουν, πένονται.

Πιστεύετε ότι η Τέχνη, όπως αντιμετωπίζεται σήμερα, θα μπορέσει να βοηθήσει στην αναπτέρωση του ηθικού μας; Πώς;

Η Τέχνη πάντα θα «τάμει οδούς». Έχει τη δυνατότητα να αλλάξει λίγο τη ζωή μας. Άλλωστε, μέσα από την Τέχνη έχουν δημιουργηθεί ρεύματα που έχουν αφυπνίσει συνειδήσεις. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε πόσο συγκινητικό και ενθαρρυντικό είναι, όταν έρχονται άνθρωποι και μου λένε «Μου αλλάξετε τη ζωή». Η Τέχνη έχει ένα μαγικό τρόπο να σε ταξιδεύει και να σε μαθαίνει.

23 Νοεμβρίου 2014, Αντωνιάδειος Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Βέροιας. Η Σονάτα του σεληνόφωτος του Γ. Ρίτσου, σκηνοθεσία-ερμηνεία Κ. Διδασκάλου, μουσική ιδιαίτερη του Μηνά Αλεξιάδη. Ήταν επιλογή σας; Ποιοι στίχοι σας σημάδεψαν; Ποια η εμπειρία και τα συναισθήματά σας από την ερμηνεία αυτού του ποιήματος. Και το κοινό πώς σας αντιμετώπισε;

Προς μεγάλη μου έκπληξη, εκείνη τη βραδιά το θέατρο ήταν κατάμεστο! Και μάλιστα με νέους, κυρίως, ανθρώπους! Περίμενα ότι ίσως «φόβιζε» λίγο ένα ποιητικό κείμενο, με έναν μόνο ηθοποιό. Και στη Θεσσαλονίκη επαναλήφθηκε για τρεις βραδιές η επιτυχία! Αυτές είναι οι χαρές που μας επιφυλάσσει αυτή η σκληρή, κατά τα άλλα, δουλειά. Το κείμενο αυτό το αγαπώ και με «ακολουθεί» από τις εισαγωγικές στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Ναι, ήταν επιλογή μου και το έχω παίξει και στα Γαλλικά. Το αγαπώ πολύ και το βρίσκω, τελικά, αισιόδοξο κείμενο. Η τελική απόφαση της γυναίκας με τα μαύρα «γιατί επιτέλους πρέπει να βγω απ’ αυτό το ρημαγμένο σπίτι», είναι από τις φράσεις που γίνονται «σημαίες».

Τιμηθήκατε με το Α΄ βραβείο γυναικείου ρόλου του κινηματογράφου, στη Βερόνα, για την ταινία «Μετά το τέλος του κόσμου» και είπατε ότι ζήσατε τον ανταγωνισμό; Πώς νιώσατε από τη βράβευση αυτήν. Πώς αντιδράσατε στον ανταγωνισμό; Ποιες υποχρεώσεις σάς δημιουργεί γενικά κάποια βράβευση;

Ξέρετε ένα βραβείο δίνει πάντα χαρά! Όμως ο ανταγωνισμός πρέπει να είναι με τον εαυτό μας και όχι με τους άλλους. Τον εαυτό μας πρέπει να ξεπερνάμε κάθε φορά. Τα βραβεία είναι χρήσιμα για άλλους λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, με βοήθησε να βρω την Ιταλίδα ατζέντισσά μου.

Εσείς έχετε πρωταγωνιστήσει σε ρόλους που αφορούν τις ζωές άλλων. Στη δική σας τη ζωή, ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές σας;

Έχω την καλή τύχη να έχω μεγαλώσει με υπέροχους γονείς, εξαιρετικά αδέλφια (μία αδελφή και δύο αδελφούς), να αποκτήσω τρία υπέροχα, υγιή, ισορροπημένα παιδιά και να συναντώ αγγέλους-φίλους! Φυσικά, τα παιδιά μου παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή μου. Με έχουν οδηγήσει, με έχουν σώσει!

Επιζητείτε την κριτική των παιδιών σας ή τη φοβάστε; Θυμάστε κάτι που σας συγκίνησε από κάποια κριτική τους;

Φυσικά και επιζητώ την κριτική τους. Όταν άρχισαν να ωριμάζουν, άρχισαν να με βλέπουν και στην τηλεόραση και στο θέατρο. Από τα καλύτερα σχόλια που έχω ακούσει είναι της Φλώρας για την Ερατώ, την ηρωίδα στην «Πόρνη από πάνω»: «Τα πέντε πρώτα λεπτά δυσκολεύτηκα να πιστέψω ότι ήσουν εσύ στη σκηνή». Και η Μαρκέλλα για τη Γιουλιάνε, στην Έντα Γκάμπλερ: «Ξέχασα ότι έβλεπα τη μάνα μου πάνω στη σκηνή και έβλεπα την πλοκή». Όσο για τον Διόνυσο, που είναι 15 ακόμα, ήταν ο πρώτος, μαζί με τη μητέρα μου, που άκουσε την «Πόρνη από πάνω» πριν 4 χρόνια. Άφησε το παιχνίδι του, για ν’ αφοσιωθεί στην ακρόαση και ήταν για μένα καθαρή ένδειξη ότι αυτό το έργο θα είναι επιτυχία! Και ένα «μπράβο, ρε μάνα!», μου δίνει φτερά. Έχουν υπάρξει βέβαια και σκληρές κριτικές και τις άκουσα με πολλή προσοχή.

Με αφορμή ποιο γεγονός είπατε σε μια συνέντευξή σας: «Ας κάνουμε μόδα την ανθρωπιά»;

Το είπα σε σχέση με τη δημοσιοποίηση ότι η κόρη μου Μαρκέλλα έγινε δότης νωτιαίου μυελού.

Φέτος το χειμώνα στον αξιόλογο ρόλο της θείας στο έργο «Έντα Γκάμπλερ» του Ίψεν, με ένα team σπουδαίων συναδέλφων σε σκηνοθεσία Κ. Ρήγου. Το θέατρο γεμάτο από το ενθουσιώδες κοινό. Δίνετε τον εαυτό σας. Και συγχρόνως παίζετε για 4η χρονιά τον μονόλογο του Αντ. Τσιπιανίτη «Η πόρνη από πάνω». Και είστε αεικίνητη. Πώς τα καταφέρνετε με δύο τόσο απαιτητικά έργα;

Κάνω παράλληλα και πρόβες για την Ασκητική του Καζαντζάκη! (Γέλια) Δουλεύω και ζω απ’ αυτό, που ήταν το όνειρό μου στα 17! Νιώθω πολύ τυχερή.

Πώς καταφέρνετε να είστε πάντα νέα, επιθυμητή και ακούραστη, ενώ παράλληλα είστε και μητέρα ενός έφηβου του Διόνυσου, που η ηλικία του είναι τόσο δύσκολη και να βλέπετε και τον εγγονό σας τον Μιχάλη; Ποιο το μυστικό σας;

Σας ευχαριστώ! Πιστεύω κατ’ αρχάς ότι το «μέσα» μας καθρεφτίζεται στο «έξω» μας. «Οία η μορφή τοιάδε και η ψυχή» έλεγαν οι αρχαίοι. Είμαι ήρεμη, σκέπτομαι θετικά και ζω σπαρτιάτικα!
Για τον μονόλογό σας αυτόν, πήρατε άριστες κριτικές: «Ένα μοναδικό ρεσιτάλ ηθοποιίας σ’ ένα ρόλο κόντρα, που μας ταξιδεύει για 75’ από το γέλιο στη συγκίνηση». «Ιδανική ερμηνεύτρια». Τι σας εξίταρε και δεχτήκατε αυτόν το ρόλο. Περί τίνος πρόκειται; Ποιες οι αντιδράσεις του κοινού;

Είναι νομίζω ένας συνδυασμός καλής συγκυρίας, πολλής δουλειάς. Θεωρώ ότι με αυτό το έργο ο Α. Τσιπιανίτης κατόρθωσε να «πιάσει» το σφυγμό πολλών και διαφορετικών ομάδων. «Η πόρνη από πάνω» είναι ένα έργο που μιλάει στους ανθρώπους ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, πνευματικού ή οικονομικού επιπέδου. Επιτρέψτε μου τον χαρακτηρισμό «κλασικό» γι’ αυτό το έργο. Χρωστώ ευγνωμοσύνη στον Αντώνη που μου το εμπιστεύτηκε.

Ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σας μετά το πέρας των υποχρεώσεών σας τη φετινή σεζόν;

Το καλοκαίρι θα κάνω μια ακόμη περιοδεία με την «Πόρνη από πάνω». Επίσης την «Ασκητική» του Καζαντζάκη με τον Ν. Τσακίρογλου και 6 ακόμη ηθοποιούς στο χορό, με μικρή περιοδεία που θα καταλήξει, 5 Σεπτεμβρίου, στο Ηρώδειο, σε σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου. Τον ερχόμενο χειμώνα θα έχω τη μεγάλη χαρά να κάνω έναν ακόμη μονόλογο του Τσιπιανίτη, την «ΑΠΟΛΥΜΕΝΗ» στο Βρετάνια και πάλι.

Ποια λόγια ή φράσεις από κάποιο σας έργο θα αφήνατε ως ευχή στους αναγνώστες του περιοδικού «Σύμβουλος Υγείας»;

«Μια καλή κουβέντα, δεν χρειάζεται πολλά ο άνθρωπος, για ν’ ανθίσει μέσα του η ζωή!»
«Μια καλή κουβέντα κι ένα χαμόγελο και να του κρατούν το χέρι πού και πού …».

Ευχαριστώ την κυρία Κατερίνα Διδασκάλου για τη συνέντευξή της αυτήν.
Ηρώ Αργυράκη

About the author