Κάτια Γέρου

Κάτια Γέρου
Κάτια Γέρου

Η Κάτια Γέρου είναι Ελληνίδα ηθοποιός του Θεάτρου και του Κινηματογράφου. Κατάγεται από το Αγρίνιο. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα, απ’ όπου ξεκίνησε και η ενασχόλησή της με το θέατρο. Εντάχθηκε στην ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Παν/μίου Αθηνών. Η πρώτη της επαφή με αυτό το θέατρο, λοιπόν, ήταν με το έργο του Μπ. Μπρεχτ «Ο κύκλος με την κιμωλία», όπου στο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου στην Ιθάκη, το 1975, πήρε το Βραβείου Α΄ γυναικείου ρόλου (της Γκρούσα).
Το 1976, αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στη’’ Σχολή Θεάτρου Τέχνης’’ του Καρόλου Κουν, με το οποίο συνεργάστηκε επί 25 χρόνια  συνεπώς και αδιαλείπτως μετά την αποφοίτησή της. Πάει η Νομική, την είχε κερδίσει το ΘΕΑΤΡΟ!  Μελετώντας κανείς το ιστορικό του Θεάτρου Τέχνης και την εργογραφία του, θα διαπιστώσει, από το 1978 και μετά, τη συμμετοχή της σε αμέτρητους και σπουδαίους ρόλους, στο Αρχαίο Δράμα (π.χ. Κασσάνδρα 1979, Φ. Επιδαύρου), στο κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο, Ελληνικό και ξένο, και ότι από την αρχή την εκθείαζαν οι κριτικές και καθιερώθηκε ως μεγάλη ηθοποιός, ως κυρία του Θεάτρου, στη συνείδηση του θεατρόφιλου κοινού.
Δίδαξε στη Σχολή που η ίδια φοίτησε, και ήταν, όπως λένε οι μαθητές της και σημερινοί, πλέον, συνάδελφοί της, εκτός από σπουδαία δασκάλα, ζεστή, φιλική κι ανθρώπινη μαζί τους. Στην πορεία της στο θέατρο, συνεργάστηκε με πολλούς σκηνοθέτες, όπως τους Κ. Κουν, Γ. Λαζάνη, Μ. Κουγιουμτζή, Μ. Λυμπεροπούλου, Κ. Καπελώνη, Θ. Γράμψα, Α. Τομπούλη, Ν. Κουντούρη, Ν. Μαστοράκη, Β. Νικολαΐδη και με τον σπουδαίο ζωγράφο και σκηνοθέτη Κ. Κατζουράκη (σύντροφό της και στη ζωή).
Στον κινηματογράφο, έχει παίξει σε αρκετά έργα. Ενδεικτικά: Οι ώρες (Α. Αγγελίδη), Όνειρο σε άσπρο φόντο (Δ. Σπύρου), Η σκόνη που πέφτει (Τ. Ψαράς), Ο δρόμος προς τη Δύση-Γλυκειά μνήμη, Μικρές εξεγέρσεις, με σκηνοθέτη τον Κ. Κατζουράκη, για το οποίο πήρε βραβείο ερμηνείας Α΄ γυναικείου ρόλου, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, στο Μαρόκο, το 2011. Η τριλογία αυτή έχει παρουσιαστεί σε πολλά φεστιβάλ και απευθυνόμενη προς την εκπαιδευτική κοινότητα, με πρωτοβουλία καλλιτεχνών, προβλήθηκε την Παγκόσμια ημέρα κατά του Ρατσισμού, 24-3-2014.
Η Κ.Γ. ανήκει στην ομάδα των ιδεολόγων καλλιτεχνών-δημιουργών, που τάσσονται στην υπηρεσία του ανθρώπου, χωρίς να νοιάζονται για τα προσωπικά κόστη (οικονομικά, ψυχικά, σωματικά). Δεν κάνει θόρυβο. Έτσι αντλώντας από τις πλούσιες εμπειρίες που της πρόσφερε ο χώρος της υποκριτικής Τέχνης, έχει τη δυνατότητα να ασχολείται με θέματα που άπτονται προβλημάτων της κοινωνίας μας, των μεταναστών, των θυμάτων πολέμου κ.λπ.Το 2014, συμμετείχε σε συναυλία στην Τεχνόπολη,για τα παιδιά της Β. Συρίας (συνέχιση λειτουργίας του σχολείου στο Κομπάνι). Έχει τιμηθεί με αφιέρωμα το 2013, του Κέντρου Σημειολογίας του Θεάτρου – Σημειολογίες – Επιθεώρηση Κ.Σ.Θ.
Έχει εργαστεί στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου στο «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» σε σκην. Β. Νικολαΐδη, «Λεωφορείο ο πόθος», σκην. Β. Νικολαΐδη, συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου. Φέτος με τον Β. Νικολαΐδη, στο θέατρο Βικτώρια, στο έργο «La Strada» των Τ. Πινέλλι και Μπ. Τσαπόνι, βασισμένο στο σενάριο της ταινίας του Φελλίνι, όπου η κριτική την αποθέωσε και το κοινό φεύγει κατενθουσιασμένο από την ερμηνεία της, καθώς και των συμπρωταγωνιστών της. Έργα πρόσφατα στο θέατρο: Περιμένοντας τον Γκοντό, Ισμήνη, Λεωφορείο ο πόθος, Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα, Μια ξεχωριστή μέρα και το καμπαρέ Ντοκουμέντο.
Καθώς ασχολείται με τα κοινά, υπήρξε υποψήφια βουλευτής (2009) του ΣΥΡΙΖΑ, στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.
Το 2011, εξέδωσε το βιβλίο της «Αλλάζοντας τους παλμούς της καρδιάς» – συζητήσεις με την Ιόλη Ανδρεάδη – (εκδόσεις Καλειδοσκόπιο), που το υποδέχτηκε με εγκωμιαστικά σχόλια το αναγνωστικό κοινό. Ασχολείται με τη μουσική και έχει εξαίρετη φωνή. Διδάσκει υποκριτική στη Σχολή Θεοδοσιάδη. Παιδί του Κουν και του Θεάτρου Τέχνης και κυρία της σκηνής εδώ και 30 χρόνια, έχει αποδείξει πως είναι ηθοποιός μεγάλου διαμετρήματος – μεγάλων υποκριτικών καταθέσεων και κοινωνικής προσφοράς.

Αρχικά σπουδές στη Νομική Σχολή Αθηνών, αλλά τελικά σας κέρδισε η υποκριτική Τέχνη! Ήταν μια δύσκολη απόφαση; Ποιοι σας σιγόνταραν σ’ αυτή σας την επιλογή;

Η απόφαση δεν ήρθε απότομα, αλλά σιγά-σιγά, με φυσικότητα. Εξαρχής οι σπουδές στη Νομική δεν με συγκινούσαν ιδιαίτερα, ήθελα μόνο να τις χρησιμοποιήσω σαν σκαλοπάτι σε μια καριέρα πολεμικής ανταποκρίτριας! Αυτό ήταν το νεανικό μου όνειρο. Τυχαία, βρέθηκα στον ερασιτεχνικό θίασο του Πανεπιστημίου (έτσι κι αλλιώς μέχρι τα 16 μου χρόνια δεν είχα δει ποτέ θέατρο) και πολύ δειλά, αποφάσισα να πάω σε δραματική σχολή και να σπουδάσω, χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμός, αφού – όπως σας είπα – δεν ήξερα τι σημαίνει θέατρο.
Πέρασαν 3 χρόνια παρακολουθώντας και τις δύο σχολές, μέχρι να αποφασίσω σε τι θέλω να αφοσιωθώ. Οι γονείς μου στην αρχή θύμωσαν, όμως η αγάπη τους και η κατανόησή τους υπερίσχυσαν. Με σιγόνταραν, λοιπόν, οι γονείς μου.

Κατ’ εξοχήν ηθοποιός του θεάτρου. Έχετε πει ότι το επάγγελμα του ηθοποιού είναι σπουδαίο επάγγελμα. Τι σας κάνει να το πιστεύετε;

Αν σκεφτούμε ότι περνάμε ένα μεγάλο μέρος της σύντομης ζωής μας, παρακολουθώντας τις «ζωές των άλλων», εννοώ βλέποντας θέατρο, σινεμά, διαβάζοντας λογοτεχνία κ.λπ., τότε το επάγγελμα του ηθοποιού δεν είναι απλώς σπουδαίο, είναι λειτούργημα! Γιατί βυθιζόμαστε στις «ζωές των άλλων», γιατί σπαταλάμε χρόνο γι’ αυτό; Γιατί, απλούστατα, παρακολουθώντας να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας η ανθρώπινη περιπέτεια – στη σκηνή ενός θεάτρου ή στην οθόνη – και τα αιώνια πολιτικά, κοινωνικά και υπαρξιακά ερωτήματα που θέτουν οι σπουδαίοι συγγραφείς – γιατί ζω, πώς πρέπει να ζω – επιστρέφουμε στη δική μας ζωή σοφότεροι και δυνατότεροι. Με λιγότερες σιγουριές και περισσότερα ερωτήματα. Πιο ανήσυχοι. Άρα πιο δημιουργικοί.
Τι είναι εκείνο που αγαπάτε περισσότερο στην Υποκριτική;

Στην υποκριτική χρησιμοποιούμε δύο εργαλεία, που στη σύγχρονη ζωή είναι και τα δύο «στομωμένα»: τη σκέψη και το αίσθημα. Δε σκεφτόμαστε πια πολύ. Λέμε π.χ.: «αυτό είναι έτσι και δεν αλλάζει». Ή λέμε: «Δεν πρέπει να δείχνω τι νιώθω, γιατί γίνομαι ευάλωτος». Μα, αν φοβάσαι να δείξεις τι νιώθεις, μπορεί σιγά-σιγά να πάψεις και να νιώθεις!  Στην υποκριτική και τα δύο απαγορεύονται! Οφείλεις να σκέφτεσαι και να νιώθεις!

Ποιου είδους συναλλαγή γίνεται μεταξύ ηθοποιού και θεατή; Ποιο είναι το ζητούμενο από το δίδυμο αυτό;

Η συναλλαγή είναι μεταξύ συμπολιτών: Επεξεργαζόμαστε μαζί αυτά που μας απασχολούν, ο μεν από τη σκηνή, ο δε από την πλατεία. Σε μια κατάσταση ασφαλείας και ηρεμίας, μιας και ο ζόφος ή η επικινδυνότητα που ξεδιπλώνεται στη σκηνή, δεν μας απειλεί.  Είναι μια σχέση βαθιάς αγάπης και συνενοχής και είναι καμιά φορά και σχέση μίσους.  Σε όλους μας έχει τύχει να βγαίνουμε οργισμένοι από μια παράσταση ή ταινία, με μιαν οργή, που ίσως δεν έχουμε ποτέ εκδηλώσει, π.χ. για κυβερνώντες που καθορίζουν την πραγματική ζωή μας.

Ποιοι άνθρωποι, στην πορεία σας στο θέατρο, σημάδεψαν τη ζωή σας και σας βοήθησαν;

Ο Κάρολος Κουν, ο Γιώργος Λαζάνης, ο Κυριάκος Κατζουράκης. Αν δεν τους είχα συναντήσει, θα ήμουνα φτωχότερη και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης.

Τι εννοείτε, όταν λέτε, θέλω να διαλέγω ρόλους και έργα με τα οποία χτυπάει η καρδιά μου;

Εννοώ ρόλους που να είναι δύσκολοι, μπερδεμένοι και αντιφατικοί, που να μην μπορείς να τους περιγράψεις με λίγες λέξεις, που να μην μπορείς να τους έχεις «στο τσεπάκι σου», που να ζητούν από σένα πράγματα που, εκ πρώτης όψεως, να μην τα’ χεις και να πρέπει να διανύσεις χιλιόμετρα για να τα βρες. Που να σε δυσκολεύουν, άρα να σε εξελίσσουν. Εννοώ έργα με περιεχόμενο και φόρμα, που να με ενδιαφέρουν και ως καλλιτέχνη και ως πολίτη.
Βέβαια, εδώ εμφανίζεται ο «μπαμπούλας» του βιοπορισμού. Πώς μπορώ να διαλέγω έργα και ρόλους, αφού ζω αποκλειστικά από τη δουλειά μου; Αποφάσισα, λοιπόν, αρκετά νωρίς, όταν δεν βρίσκω κάτι που να με εμπνέει, να μη δουλεύω στο θέατρο, αλλά μόνον ως δασκάλα υποκριτικής. Ρόλους και έργα δεν μπορείς να αγαπήσεις με το ζόρι. Τους μαθητές σου όμως, πάντα, τους αγαπάς!

Έχετε ερμηνεύσει μια σειρά ηρωίδων μέσα στη θεατρική σας πορεία (Κασσάνδρα, Ιφιγένεια, Άλκηστη, Εστραγκόν, Ισμήνη, Μπλανς Ντυμπουά, Δις Τζούλια, Τζελσομίνα κ.λπ.). Υπάρχει συσχέτιση ή η διαφορετικότητα σας κάνει αυτάρκη σε ό,τι σας αφορά;

Οι ρόλοι που κλήθηκα να ενσαρκώσω ήταν πάντα πολύ διαφορετικοί. Καμιά σχέση δεν έχει ο κλόουν Εστραγκόν με την τραγική φιγούρα της Κασσάνδρας. Κι  αυτό μου ’χει δώσει χαρά. Για αυτάρκεια δεν ξέρω, όμως χαρά σίγουρα.

Το 2001, στο μονόλογο «Σας αρέσει ο Μπραμς» της Μ. Δούκα, αφήσατε εποχή. Και επανήλθατε μ’ αυτόν το μονόλογο και το 2013 στο θέατρο και σε διάφορα φεστιβάλ (π.χ. Αντιπυρηνικό Φεστιβάλ Ρόδου). Τι αντιπροσωπεύει για σας και ποιος ο λόγος που επανέρχεστε;

Εδώ και 14 χρόνια, έχω παίξει τον μονόλογο αυτόν σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, στα πιο απίθανα μέρη, από κανονικά θέατρα μέχρι μπαρ, πλατείες και γήπεδα και χωρίς να το επιδιώξω. Κάποιος τηλεφωνεί και τον ζητάει και εκεί που νόμιζα ότι η προηγούμενη φορά ήταν η τελευταία, ο μονόλογος «ξαναζωντανεύει». Επομένως, δεν επανέρχομαι εγώ σ’ αυτόν, αυτός επανέρχεται σ’ εμένα!
Πιστεύω ότι οι λόγοι είναι: πρώτον ότι γράφτηκε από μία υπέροχη συγγραφέα, τη Μάρω Δούκα και, δεύτερον, ότι το θέμα του είναι συνταρακτικό και δυστυχώς πάντα επίκαιρο. Το θέμα είναι το trafficking, η σεξουαλική εκμετάλλευση των γυναικών, με σκοπό το κέρδος: το ανθρώπινο σώμα στον πάγκο του χασάπη.

Κάποιες φορές, παίξατε ταυτόχρονα και 3 έργα σε 3 διαφορετικά θέατρα. Πώς το καταφέρατε αυτό – σε χρόνο και τόπο – δεδομένου ότι καταθέτετε ψυχή και σώμα;

Αυτό συνέβη τα τελευταία 5 χρόνια της κρίσης, όχι μόνον σ’ εμένα,αλλά σ’ ένα μεγάλο τμήμα του θεατρικού σιναφιού. Και για βιοποριστικούς λόγους και για λόγους – ελπίζω να μην ακουστεί βαρύγδουπο, σίγουρα δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου – υπαρξιακούς, θα έλεγα. Δεν είναι σωστό να καίγεται ο κόσμος και εσύ να ιδιωτεύεις σπίτι σου.
Και πώς μπορείς να είσαι παρών; Βασικά, μέσα από την όποια ειδικότητα έχεις!

Διδάσκετε σε Σχολή (εκτός από την ερμηνεία σας στο θέατρο). Τι συνιστά το μάθημα της Υποκριτικής, εκτός από μετάδοση γνώσεων; Τι άλλο τους διδάσκετε; Τι τους συμβουλεύετε;

Στο μάθημα της Υποκριτικής, μαθαίνεις να λες το γραμμένο κείμενο, σαν να είναι δικά σου λόγια, που γεννιούνται αυθόρμητα τη στιγμή της παράστασης. Ακούγεται απλό, αλλά δεν είναι. Μαθαίνεις να μπαίνεις «στα παπούτσια» του ρόλου σου, να γίνεσαι άλλος άνθρωπος και να φτάνεις – κάθε βράδυ στις 9 – σε ψυχικές θερμοκρασίες και εντάσεις, που στην πραγματική ζωή συμβαίνουν σπάνια.
Λέω στα παιδιά ότι, τα 3 χρόνια των σπουδών τους, αν τα εκμεταλλευτούν και μελετήσουν εξοντωτικά, μπορούν να αποκτήσουν ανθρωπιστική παιδεία σαν να ‘χουν πάει στο καλύτερο Πανεπιστήμιο. Στο μάθημα, υπάρχουν διαρκώς αναφορές στην ποίηση, την κοινωνιολογία, την ψυχανάλυση, την ιστορία. Ακόμη, λοιπόν, και αν, για διάφορους λόγους, δεν ακολουθήσουν αργότερα το επάγγελμα του ηθοποιού, θα έχουν γίνει πιο πλήρεις και σφαιρικοί άνθρωποι. Κι  αυτό είναι μεγάλη προίκα.
Πώς βλέπετε και κρίνετε τους νέους ηθοποιούς, που προσπαθούν να πλησιάσουν το όνειρό τους; Αρκεί μόνον το ταλέντο, για να γίνει κάποιος ηθοποιός και μάλιστα σ’ αυτές τις δύσκολες εποχές, όπου γενικά η Τέχνη απαξιώνεται από το σύστημα;

Δεν αρκεί μόνον το ταλέντο. Χρειάζεται εξοντωτική δουλειά και γερό στομάχι. Χρειάζεται να βάζεις από μόνος σου τον πήχη πολύ ψηλά, να εμπνέεις τον εαυτό σου, να αυτοτροφοδοτείς το κέφι σου, γιατί, όπως πολύ σωστά λέτε, η Τέχνη απαξιώνεται. Έτσι, λοιπόν, συχνά ο περίγυρος καθόλου δεν βοηθάει. Πρέπει να λέει ο ηθοποιός στον εαυτό του: «Ναι, η Τέχνη μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο», και ας βλέπει ότι ο κόσμος δεν αλλάζει ή ότι αλλάζει αργά και δύσκολα.

Από τότε που ξεκινήσατε εσείς ως ηθοποιός, διαπιστώνετε κάποιες αλλαγές –σε επίπεδα που αφορούν το θέατρο. Άλλαξε η θεατρική εμπειρία;

Εκ πρώτης όψεως, πολλά έχουν αλλάξει. Πληθώρα σκηνών, πληθώρα θεαμάτων, πολλοί καλλιτέχνες, καλύτερα εκπαιδευμένοι σωματικά και φωνητικά, ενημέρωση για τις τάσεις του θεάτρου παγκοσμίως κ.λπ. Επί της ουσίας, δεν ξέρω αν έχει αλλάξει κάτι. Τι ζητάμε από μία παράσταση; Να μας αναστατώσει, να μας ανεβάσει την αδρεναλίνη, να μας εκπλήξει με τη φόρμα της, να μας κάνει να σκεφτούμε πάνω στην περιπέτεια της ζωής του ανθρώπου. Αυτά συμβαίνουν όχι συχνά. Και στα προηγούμενα χρόνια και τώρα.

«Αλλάζοντας του παλμούς της καρδιάς» ο τίτλος του βιβλίου σας. Ποιο το περιεχόμενό του; Τι σας ώθησε να το γράψετε; Είναι ένα εργαλείο για τους ηθοποιούς;

Πάντα, μου άρεσε να διαβάζω βιβλία, όπου κάποιος ξεδιπλώνει την πορεία της εργασίας του, την περιπέτεια της εργασίας του. Μπορεί να ήταν ένας γλύπτης, ένας επιστήμονας ή ένας φιλόσοφος. Ένιωθα ότι με βοηθούσαν στα δικά μου. Έτσι το ‘γραψα ζηλεύοντας τα εξομολογητικά βιβλία άλλων! Σαν έναν άτυπο τουριστικό οδηγό – κάπως έτσι το περιγράφω στον πρόλογο – σε όσα τοπία της τέχνης μου πρόλαβα να σκεφτώ και να εξερευνήσω με τις φτωχές μου δυνάμεις. Το βιβλίο συνοδεύεται από δύο DVD με υλικό 4 ωρών από παραστάσεις και ταινίες. Δεν ξέρω αν είναι εργαλείο για τους ηθοποιούς, μακάρι να ‘ναι. Όταν το ‘γραφα, πάντως, στο μυαλό μου είχα, μάλλον, κάποιον που απλώς αγαπάει το θέατρο, παρά τους ομότεχνούς μου.

Φέτος στο Θέατρο Βικτώρια στο έργο «La Strada» με σκηνοθέτη για 5η φορά τον Β. Νικολαΐδη – και με ένα team νέων σπουδαίων συναδέλφων σας. Πώς είναι η συνεργασία; Τελικά αυτό το έργο, αμέσως μετά τον πόλεμο, σε σκην. του Φελλίνι στην ταινία, είναι τόσο επίκαιρο;

Με τον Βασίλη έχω δουλέψει πολύ αρμονικά και δημιουργικά σε δύσκολα έργα και νιώθω ότι η συνεργασία μας θα συνεχίσει και στο μέλλον. Όσο για τους συναδέλφους του «La Strada» ένα έχω να σας πω: Αν λυπάμαι που σε λίγο η παράσταση τελειώνει, δεν είναι μόνο, γιατί η Τζελσομίνα έγινε για μένα ένας από τους πιο αγαπημένους ρόλους μου, αλλά και γιατί θα στερηθώ τους συναδέλφους μου.Και το έργο, ναι, είναι ανατριχιαστικά επίκαιρο.

Είναι λοιπόν ο δρόμος, το περιθώριο ή μήπως μια μικρογραφία της σημερινής μας κοινωνίας; Ποια θέματα αναπτύσσονται;

Ο δρόμος είναι μικρογραφία της κοινωνίας μας. Δείτε το σύμπαν του «La Strada»: Μέσα σ’ ένα περιβάλλον φτώχειας και στέρησης, περιφέρονται εξαγριωμένοι άνθρωποι που επιτίθενται ο ένας τον άλλον χωρίς λόγο. Κυνηγούν μόνον την επιβίωση και τίποτα παραπάνω. Οι γυναίκες πωλούνται και αγοράζονται. Για αισθήματα και αλληλεγγύη ούτε λόγος. Μόνο στο τέλος, ο άκαρδος Τσαμπανό σπάει και κλαίει, έρχεται σε επαφή με τον εαυτό του. Εκεί αχνοφαίνεται στο έργο μια μικρή αισιοδοξία: Η συνειδητοποίηση κάποιου, έστω και όταν τίποτε, πια, δεν μπορεί να διορθωθεί.

Κάπου διάβασα για την Τζελσομίνα, την ηρωίδα που υποδύεστε ότι «δίνει μια μεστή και ταυτόχρονα αιθέρια ερμηνεία η Κ. Γ. με πειστικότητα και συναισθηματική πληρότητα». Πώς συνδέεστε μαζί της;

Η Τζελσομίνα είναι ένα «πετεινό του ουρανού», μία «πτωχή τω πνεύματι», ένα άγραφο χαρτί, μια γυναίκα που δεν την «πιάνει το μάτι σου». Ταυτόχρονα είναι ένας τρισχαριτωμένος κλόουν και μία εν δυνάμει καλλιτέχνης, σχεδόν φιλόσοφος. Αναρωτιέται συνεχώς αυτό το αλαφροΐσκιωτο πλάσμα: «Γιατί ζω; Δεν θέλω να ζω σ’ έναν τέτοιο κόσμο. Θέλω να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Θέλω να είμαι χρήσιμη». Πόσοι από μας τολμούν να θέσουν τέτοια ερωτήματα και επιθυμίες και μάλιστα να επιμείνουν σ’ αυτά;  Να ρισκάρουν τη ζωή τους γι’ αυτά; Λίγοι, απαντάω εγώ. Η Τζελσομίνα είναι ένας απ’ αυτούς τους λίγους.

Μιλώντας για την κρίση που μας ταλαιπωρεί, είπατε: «είναι καιρός να αποκτήσουμε ξανά τους ποιητές!»( Να τους κατακτήσουμε, θα έλεγα εγώ). Τι εννοείτε;

Οι ποιητές είναι αυστηροί, δεν μας χρειάζονται. Ζητούν, μέσα από τους στίχους τους, μια υπέρβαση, μια πνευματικότητα. Ζητούν ιδανικά, ζητούν τα πάντα. Ζητούν αυτό που θα ‘πρεπε να είναι η ζωή: ένα άνοιγμα στο άπειρο και όχι η πλαδαρή, μίζερη καθημερινότητα που μας περιβάλλει. Γι’ αυτό τους έχουμε ανάγκη. Μας θυμίζουν την αλφαβήτα της ζωής.

Τι θα αφήνατε ως ευχή στο αναγνωστικό κοινό του περιοδικού «Σύμβουλος Υγείας»;

Εύχομαι να ‘μαστε όλοι υγιείς, δημιουργικοί, ανθεκτικοί, πρωτότυποι, αλληλέγγυοι και θαρραλέοι. Και να διεκδικούμε για μας και για όλους τη χαρά της ζωής και το γέλιο μας, κόντρα σε όλους και σε όλα.

Προσπαθώντας να σκύψω πιο υπεύθυνα στις πληροφορίες μου (εκτός από τη θεατρική επαφή μου) στο πρόσωπο Κ. Γ., κάπου διάβασα σ’ ένα τηλεπεριοδικό (Κουλτουρόσουπα), «Όταν τη σκέφτεσαι σε διαποτίζει μια ηρεμία δημιουργική κι όταν την παρακολουθείς στη σκηνή νιώθεις ήσυχος/η, νιώθεις πλούτο, τη χρόνια νομοτέλεια της μαθητεία και τον κόπο που φέρει το ταλέντο για να ξεδιπλωθεί, ακούραστη, φιλική, ευγενική, εξαιρετικά συνεργάσιμη». (Αριάδνη Καναβάκη). Αυτή είναι Κυρίες και Κύριοι η Κ. Γέρου. Με καλύπτει απόλυτα. Δε χρειάζεται να προσθέσω τίποτε άλλο. Το περιοδικό την ευχαριστεί για τη συνέντευξή της αυτήν.

About the author