Κονδυλώματα και HPV λοίμωξη στους άνδρες

Κονδυλώματα και HPV λοίμωξη στους άνδρες
Κονδυλώματα και HPV λοίμωξη στους άνδρες

Τα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ) αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για τη δημόσια υγεία. Τα νοσήματα που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη σύφιλη, τη γονόρροια, τις χλαμυδιακές λοιμώξεις, τον έρπητα των γεννητικών οργάνων, τη βακτηριακή κόλπωση, τις λοιμώξεις από τριχομονάδες, τις ηπατίτιδες, την ιδιαίτερα σημαντική HIV λοίμωξη,  αλλά και τις λοιμώξεις από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων HPV.

Τα Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα έχουν εμφανιστεί στον πλανήτη από αρχαιοτάτων χρόνων και περιγραφές τους, πολλές φορές, εξαιρετικά λεπτομερείς και γλαφυρές, συναντάμε σε αιγυπτιακούς παπύρους, στην ελληνική ρωμαϊκή και κινεζική γραμματολογία και βεβαίως στη Βίβλο.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1950, τα Σεξ. Μετ. Νοσήματα ονομάζονταν κατ’ αποκλειστικότητα Αφροδίσια Νοσήματα (Venereal Diseases) και στο αντικείμενό τους περιλαμβάνονταν, αυστηρά, πέντε μόνο λοιμώξεις: η σύφιλη, η γονόρροια (βλεννόρροια), το μαλακό έλκος, το αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα και το βουβωνικό κοκκίωμα (donovanosis). Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι ότι μεταδίδονται, σε ό,τι αφορά  στην οριζόντια μετάδοσή τους, σχεδόν αποκλειστικά με τη σεξουαλική επαφή. Από την αρχή της δεκαετίας του 1960, παρατηρείται ανοδική πορεία της συχνότητας των νοσημάτων αυτών, λόγω του φαινομένου της σεξουαλικής επανάστασης, η οποία αποτελεί έκφραση των μεγάλων κοινωνικοοικονομικών αλλαγών, που συνέβησαν στα ανεπτυγμένα κράτη, κατά τη  μεταπολεμική μεταβιομηχανική περίοδο.
Σε ό,τι αφορά στη λοίμωξη από τους ιούς των ανθρωπίνων θηλωμάτων (Human Papilloma Virus -HPV) έχουν περιγραφεί περισσότεροι από 100 γονότυποι. Πρόκειται για ιούς που προκαλούν πολλές καλοήθεις, αλλά και κακοήθεις αλλοιώσεις τόσο στο δέρμα, όσο και στους βλεννογόνους του ανθρωπίνου σώματος. Από τους γονοτύπους αυτούς, περίπου, 23 προσβάλλουν το επιθήλιο του κατώτερου γεννητικού συστήματος και της πρωκτογεννητικής περιοχής κι έχουν χρόνο επώασης αρκετά μεγάλο, που ποικίλλει από μερικές εβδομάδες, μήνες ή χρόνια.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ -ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Μετά τη μόλυνση του επιθηλίου από τον ιό, έχουμε την εκδήλωση κλινικής, υποκλινικής ή λανθάνουσας νόσου, ενώ η μετάπτωση από τη μια μορφή στην άλλη είναι πολύ συχνή.
Πιο συγκεκριμένα, κλινικά εμφανίζεται αλλοίωση – κονδύλωμα στη γεννητική ή στην πρωκτογεννητική περιοχή που είναι ορατή με γυμνό οφθαλμό. Σε ό,τι αφορά στο χρώμα μπορεί να είναι ρόδινη, εξέρυθρη, καστανή ή να έχει το χρώμα του δέρματος.
Οι βλάβες μπορεί να είναι μονήρεις, διάσπαρτες ή μεμονωμένες ή να σχηματίζουν ογκώδεις συρρέουσες μάζες, ενώ σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς μπορεί να είναι τεράστιες.

Συνήθως, δεν παρατηρούνται συμπτώματα από το δέρμα, εκτός από την αισθητική παραμόρφωση. Πολύ σπάνια μπορεί να εμφανιστούν κνησμός, καύσος, αιμορραγία, ουρηθρικό έκκριμα, δυσπαρεύνια, ενώ μεγάλες βλάβες μπορεί να οδηγήσουν σε απόφραξη (κυρίως ενδοουρηθρικά).

Ειδικότερα για τους άνδρες, οι θέσεις προτίμησης για την εμφάνιση των κονδυλωμάτων είναι: ο χαλινός, η στεφανιαία αύλακα, η βάλανος, η ακροποσθία, το σώμα του πέους και το όσχεο.
Τα κονδυλώματα διακρίνονται σε:
Οξυτενή (condylomata acuminata)- απαντούν πιο συχνά στους βλεννογόνους.
Βλατιδώδη (condylomata papulosis) – ανευρίσκονται συχνότερα στο κερατινοποιημένο επιθήλιο.
Κηλιδώδη (condylomata maculosis) – παρατηρούνται συνήθως στους βλεννογόνους.
Μποβενοειδής βλατίδωση (Bowe-noid papulosis) – αναφέρται ως ‘’ενδοεπιθηλιακή νεοπλασία.’’
Όγκος Buschke-Lowenstein (Tumor Buschke – Lowenstein).

Τα κονδυλώματα προκαλούνται, συνήθως, από τους μην ογκογόνους γονοτύπους  6 και 11, αλλά οι ασθενείς μπορεί ήδη να έχουν μολυνθεί και από άλλους ογκογόνους  (16,18 ή και άλλους) που προσβάλλουν, συνήθως, το ενδοθήλιο και την πρωκτογεννητική χώρα.
Στην υποκλινική νόσο, δεν είναι εμφανείς στην απλή κλινική εξέταση κι εντοπίζονται μόνο με τεχνική βοήθεια π.χ. με το μικροσκόπιο ή κατά την εξέταση κατά Παπανικολάου. (test pap).
Στη λανθάνουσα μόλυνση, απλά, ανιχνεύεται το DNA των HPV ιών με τη μέθοδο PCR. Πάντοτε θα πρέπει να γίνεται διαφοροδιάγνωση από άλλα νοσήματα, που εκδηλώνονται στην περιοχή, όπως είναι π.χ. η μολυσματική τέρμινθος, οι σμηγματορροϊκές υπερκερατώσεις και οι μαργαριταροειδείς βλατίδες του πέους. Βιοψία, συνήθως, δεν απαιτείται για τη διάγνωση των οξυτενών κονδυλωμάτων, αλλά ίσως χρειαστεί για τον εντοπισμό άτυπων βλαβών ή για διαφορική διάγνωση με βλάβη άλλου τύπου.
Πολύ σημαντικό εργαλείο αποτελεί η ουρηθροσκόπηση σε ασθενείς με ουρηθρικά κονδυλώματα, αλλά και η πρωκτοσκόπηση, μέχρι την οδοντωτή γραμμή σε περίπτωση περιπρωκτικών κονδυλωμάτων.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όποια μέθοδος και να χρησιμοποιηθεί, η λοίμωξη από τους HPV δεν εκριζώνεται. Στόχος είναι η καταστροφή των κονδυλωμάτων, ενώ τα ποσοστά υποτροπής είναι γύρω στο 30%. Πολύ σημαντικό είναι ότι η μολυσματικότητα των ήδη θεραπευμένων ασθενών μειώνεται, αλλά δε μηδενίζεται. Απλά επιτυγχάνεται μείωση του ιικού φορτίου, η οποία, όμως, δε γνωρίζουμε αν και πόσο επιδρά στην πιθανότητα μετάδοσης των ιών σε μελλοντικούς συντρόφους.
Μέθοδοι αντιμετώπισης υπάρχουν δύο ειδών:
α) Εφαρμοζόμενες από τον ασθενή (ποδοφυλλοτοξίνη  και ιμικουιμόδη)
β) Εφαρμοζόμενες από το γιατρό (κρυοθεραπεία, τριχλωροοξικό οξύ (διάλυμα 80-90%), χειρουργική αφαίρεση, διαθερμοπηξία και Laser.
Πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά στις αγωγές, που εφαρμόζονται από τον ασθενή:  H ποδοφυλλοτοξίνη αναστέλλει τη μιτωτική διαίρεση των κυττάρων κι έτσι προκαλείται νέκρωση των βλαβών. Η ιμικουιμόδη είναι ανοσοτροποποιητικός παράγοντας και χωρίς να έχει καμία αντιιική δράση ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα, μέσω της δράσης των κυτταροκινών, ώστε να έχουμε υποστροφή των κονδυλωμάτων.

Σε ό,τι αφορά στις αγωγές, που εφαρμόζονται από τον ιατρό:
Με την κρυοθεραπεία επιτυγχάνεται νέκρωση της επιδερμίδας και του χορίου και θρόμβωση των αγγείων, ενώ με το διάλυμα TCA προκαλείται κυτταρική νέκρωση. Με τη χειρουργική αφαίρεση τα κονδυλώματα εξαιρούνται χειρουργικά υπό τοπική αναισθησία (όταν εντοπίζονται στην ακροποσθία, συχνά γίνεται περιτομή για να αποφευχθεί η φίμωση). Η διαθερμοπηξία και το laser διοξειδίου του άνθρακα χρησιμοποιούνται εξίσου, κυρίως, σε ασθενείς που δεν έχουν ανταποκριθεί σε πιο συντηρητικές αγωγές.

Καμία μέθοδος δεν είναι ιδανική για όλα τα κονδυλώματα και για όλους τους ασθενείς, ενώ  δεν κατοχυρώνεται η υπεροχή της μιας μεθόδου έναντι των άλλων. Ένδειξη αλλαγής της θεραπευτικής αντιμετώπισης αποτελεί η επιμονή ή η επανεμφάνιση βλάβης, που είχε υποχωρήσει. Επιπρόσθετα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα κονδυλώματα μπορεί να υποστραφούν (να εκλείψουν) αυτόματα και  για το λόγο αυτό μια καλή αντιμετώπιση αρχικά είναι  μόνο η παρακολούθηση. Η  επιλογή θα πρέπει να γίνεται πάντοτε σε συνεργασία με τον ασθενή.
Πιο δύσκολα αντιμετωπίζονται τα ιογενή STDs, όπως τα προκαλούμενα από τους ιούς των ηπατίτιδων (HBV, HCV), του απλού έρπητα (HSV1, HSV2) και των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), διότι τα νοσήματα αυτά έχουν δύο σοβαρά χαρακτηριστικά: α) δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ριζική φαρμακευτική θεραπεία, θεωρούνται δηλαδή μην ιάσιμα (untreatable) και β) εμφανίζουν συχνά παθολογικές επιπτώσεις, όπως προβλήματα γονιμότητας, στειρότητας, συγγενούς μετάδοσης, συμβαμάτων κατά τον τοκετό, καθώς και ποικιλία νεοπλασιών, πολλά χρόνια μετά την αρχική μόλυνση.

ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ
Σύμφωνα με τους Διεθνείς Οργανισμούς Δημόσιας Υγείας, η πρόληψη και ο έλεγχος βασίζεται στις ακόλουθες στρατηγικές:
Προγράμματα ενημέρωσης, παρέμβασης και προαγωγής υγείας, συμβουλευτική για τις συμπεριφορές ομάδων υψηλού κινδύνου και την ανάγκη υιοθέτησης ασφαλέστερων πρακτικών (συστηματική χρήση προφυλακτικού).
Ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των ΣΜΝ που περιλαμβάνει:
Διάγνωση (κλινική/ εργαστηριακή).
Κατάλληλη θεραπεία.
Ενημέρωση των σεξουαλικών συντρόφων του/της ασθενούς.
Δήλωση και καταγραφή κάθε κρούσματος των νοσημάτων, που βρίσκονται υπό επιτήρηση στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Τα νοσήματα αυτά ‘’ως νοσήματα της κοινότητας’’, θα είναι μαζί μας επ’ αόριστον, απαιτώντας μεγάλο μέρος των Υγειονομικών Υπηρεσιών κάθε χώρας, όπως, επίσης, και τροποποίηση συμπεριφοράς, αντιλήψεων συνηθειών και πρακτικών.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ
Οι σεξουαλικοί σύντροφοι των ασθενών με κονδυλώματα καλό είναι να εξετάζονται για την ανίχνευση κονδυλωμάτων. Επίσης, θα πρέπει να ενημερώνονται για το μεγάλο χρόνο επώασης της HPV λοίμωξης, αλλά και για το ότι η εμφάνιση τέτοιων βλαβών στο σύντροφό τους δεν αποτελεί ένδειξη απιστίας. Η επαναμόλυνση των ασθενών από το σεξουαλικό τους σύντροφο δε φαίνεται να συσχετίζεται με την εμφάνιση υποτροπών.

Ζωγράφω Τσιούμα – Δερματολόγος-Αφροδισιολόγος

About the author