Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης είναι Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου, της τηλεόρασης και του κινηματογράφου. Γεννήθηκε, στις 24 Ιουλίου του 1970, στην Αθήνα.

Είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών, όπου από το σχολείο, ήδη, είχε ξεδιπλώσει τον ταλέντο του στην υποκριτική και το πάθος του για το θέατρο. Ανήκει στο θεατρικό όμιλο του «Συλλόγου Αποφοίτων Κολλεγίου Αθηνών» σκηνοθετώντας και πρωταγωνιστώντας σε παραστάσεις. Είναι απόφοιτος της ‘’Δραματικής Σχολής’’ Εθνικού Θεάτρου.
Μετά την αποφοίτησή του (1991), άρχισε να εργάζεται, στο θέατρο και την τηλεόραση και κέρδισε αμέσως τις εντυπώσεις, των συνεργατών του, του θεατρόφιλου, και τηλεοπτικού κοινού. Έκτοτε, η πορεία του είναι ανοδική και εδώ και κάποια χρόνια σκηνοθετεί επιτυχώς στο θέατρο, αντλώντας από τις εμπειρίες του ως ηθοποιού, τις γνώσεις του και τις συνεργασίες του με σπουδαίους εργάτες της Τέχνης και, πάνω απ’ όλα, πυροδοτούμενος από το πάθος του για το θέατρο. Θεωρείται πολύ σπουδαίος σκηνοθέτης!
Έχει συνεργαστεί με σπουδαίους Έλληνες και ξένους σκηνοθέτες, όπως οι: Γιώργος Μιχαηλίδης, Μιχάλης Κακογιάννης, Σπύρος Ευαγγελάτος, Τζέζαρις Γκραουζίνις, Νίκος Χουρμουζιάδης, Δημήτρη Λιγνάδης, Κώστας Φιλίππογλου, Βασίλης Θεοδωρόπουλος, Γιώργος Κιμούλης, σε έργα κλασικού και νεότερου ρεπερτορίου Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.
Στο Θέατρο, από το 1991 μέχρι σήμερα, έχει παίξει σε πάνω από 25 έργα, σε ρόλους (πρωταγωνιστικούς), και έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές και έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του θεατρόφιλου κοινού. Ενδεικτικά: 1991: Το γαλάζιο πουλί, Οι τελευταίοι, Σελεστίνα, Φοίνισσες, Καλλιγούλας, Ο Συλλέκτης, Πέτρες στις τσέπες μου, Άμλετ, Ιππόλυτος, Ο Δον Ζουάν στο Σόχο, 2014-2015: Ο Πουπουλένιος, 2015-2016: Ο θεός της σφαγής. Τα δύο τελευταία έργα τα έχει και σκηνοθετήσει, όπως έχει σκηνοθετήσει, το 2014-2015 τα: « Ο Κύκλος με την κιμωλία», «Η Ντόλυ η προξενήτρα» και το 2015-2016 «Για όνομα …». Φέτος, όπως και πέρσι στον «Πουπουλένιο» και στο «Ο θεός της σφαγής», οι παραστάσεις είναι sold-out! Δεν είναι τυχαίο ότι, σε περίοδο κρίσης, το θέατρο γεμίζει τις ημέρες των παραστάσεων.
Στην Τηλεόραση, έχει εμφανιστεί, από το 1991 σε αρκετές σειρές κι έχει κερδίσει το τηλεοπτικό κοινό αμέσως για το παίξιμό του, πέρα από την ωραία θωριά του. Έχει συνεργαστεί με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως τους: Μιρέλλας Παπαοικονόμου, Χριστόφορο Παπακαλιάτη, Πάνο Κοκκινόπουλο κ.ά. Ενδεικτικά: 1991: Θυσία, Το Τρίτο Στεφάνι, Λόγω Τιμής, Η ζωή που δεν έζησα, Να με προσέχεις, Κόκκινος Κύκλος, Έτσι ξαφνικά, Γιούγκερμαν κ.ά. Το 2006: παρουσίασε το ριάλιτι παιχνίδι’’Survivor’’ στο Mega Channel.
Στον Κινηματογράφο: «Επικίνδυνες Μαγειρικές», «Το όνειρο του σκύλου», «Το σύμπτωμα του Α. Φραντζή», «Ριζότο» της Όλγας Μαλέα, «Παράδεισος στη Δύση» του Κ. Γαβρά κ.ά.
Είναι πατέρας του Γιώργου-Ίκαρου, από το γάμο του με την κ. Έρση Ξενάκη.
Παρακολουθώ τον Κ.Μ. από το 1991.Τον πρωτοείδα στο ‘’Ανοιχτό Θέατρο’’ του Γ. Μιχαηλίδη, στο έργο «Το γαλάζιο πουλί» και τον ξεχώρισα. Έκτοτε τον έχω παρακολουθήσει σε θέατρα της Αθήνα και στην Επίδαυρο και χαίρομαι, γιατί δεν διαψεύστηκαν οι προβλέψεις μου γι’ αυτόν. Εκτός από όμορφη παρουσία, είναι σπουδαίο ταλέντο, εξαιρετικός ηθοποιός και άριστος σκηνοθέτης με εξαιρετικές γνώσεις, σπουδαία σκηνοθετική ματιά, που αξιοποιεί τα πάντα. Δεν επαναπαύεται στις δόξες του – πατάει γερά στα πόδια του, πανέξυπνος και πρωτοποριακός, δουλευταράς, οργανωτικός, τελειομανής και παθιασμένος με τη δουλειά του, καλός συνεργάτης και φίλος, ευγενής, αξιοπρεπής, δεν προκαλεί τη δημοσιότητα. Κάθε του επιτυχία πηγάζει από το δικό του αγώνα που δίνει και μόνον, κι αυτά όλα επιβραβεύονται από το κοινό, που κάθε βράδυ, στην κατάμεστη πλατεία του ‘’Θεάτρου Αθηνών’’ τον αποθεώνει!

Πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός; Ποιοι στάθηκαν στο πλευρό σου, από το στενό σου περιβάλλον;

Το θέλησα από παιδί. Παρακολουθούσα πολύ θέατρο με τους γονείς μου, αλλά και συμμετείχα στις θεατρικές παραστάσεις του σχολείου. Ο κόσμος του θεάτρου και της σκηνής, για κάποιο λόγο, με άγγιζε από μικρό. Στα μαθητικά χρόνια, σκέφτηκα διάφορες κατευθύνσεις επαγγελματικές, ακόμη και να δώσω στη Νομική, για τους ευνόητους λόγους, που οι γονείς θέλουν να έχει το παιδί τους ένα πτυχίο. Δεν έδωσα Πανελλήνιες, αλλά κατευθείαν εξετάσεις στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Ήμουν από τις περιπτώσεις των παιδιών που ήξεραν με τι θα ασχοληθούν , πριν ακόμα τελειώσουν το σχολείο. Οι γονείς μου με στήριξαν, παρά τη φυσιολογική ανησυχία των γονιών για μια τέτοιου είδους ενασχόληση, που προϋποθέτει μεγάλη δόση ανασφάλειας

1991. Το βάπτισμα του πυρός. Θέατρο: «Το γαλάζιο πουλί»του Μαίτερλινκ. Τηλεόραση: «Η θυσία». Μνήμες από τα πρώτα αυτά βήματα;

«Το γαλάζιο πουλί»: μια πολύ ωραία εμπειρία! Μια παράσταση, στο «Ανοιχτό Θέατρο» που έστησε, ο Γιώργος Μιχαηλίδης, σπουδαίος σκηνοθέτης και δάσκαλός μου στη σχολή του Εθνικού. Παράσταση παιδική ,αλλά και για μεγάλους, με το σύνολο της τάξης του Εθνικού, του 1991. Έπαιζαν οι: Σμ. Καρύδη, Β. Βολιώτη, Λ. Ματσάγγου, Αλέξ. Λογοθέτης, Άντ. Ράπτη, Μ. Σταυρακέλλη , Υρ. Λούπη και εγώ. Τα πρώτα μας βήματα γίνανε στο «Γαλάζιο πουλί ». Ταυτοχρόνως, γινόταν ένα σήριαλ εποχής στον ΑΝΤ1: «Οι κλειστοί δρόμοι», με πρωταγωνιστές τον Αντ. Θεοδωρακόπουλο και την Κατ. Μαραγκού, σε σκηνοθεσία Γ. Μιχαηλίδη που πήρε τον Αλέξανδρο Λογοθέτη και μένα να κάνουμε ένα ρόλο ο καθένας. Το ξεκίνημά μου, λοιπόν, στην Τέχνη και στην κάμερα ξεκίνησε με δύο πολύ καλές δουλειές.

Είσαι αρκετά χρόνια στο θέατρο, καταξιωμένος ηθοποιός και έχεις συνεργασθεί και στους τρεις τομείς της Τέχνης (θέατρο, τηλεόραση, κι νηματογράφο) με εξαιρετικούς σκηνοθέτες, σε άπειρα ποιοτικά έργα. Θεωρείς κάποια έργα ‘’σταθμό’’ στην πορεία σου και κάποιους συνεργάτες, ‘’δασκάλους’’ σου;

Επειδή έχουν περάσει χρόνια, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς κάτι, αλλά θα ξεχώριζα στο ξεκίνημά μου «Το γαλάζιο πουλί» και τον Γ. Μιχαηλίδη που υπήρξε και πραγματικός δάσκαλος και επί της ουσίας. Σημαντικός σταθμός πιστεύω πως ήταν το 1997, που έκανα τη «Βρωμιά»: Ένας μονόλογος του Ρόμπερτ Σνάιντερ για έναν Άραβα μετανάστη, που μου τον εμπιστεύτηκε ο Β. Θεοδωρόπουλος. Σίγουρα, ο «Άμλετ» με τον Μιχ. Κακογιάννη, το 2004, : « Μια πολύ μεγάλη συνάντηση και το έργο, αλλά και το πρόσωπο!» Και ο «Καλιγούλας»: η πρώτη δουλειά της οποίας είχα την ευθύνη ως ηθοποιός, αλλά και οργανώνοντάς την ως θιασάρχης, το 1999. Σταθμός κι ο «Οιδίποδας» του 2010 στην Επίδαυρο, όπως και ο «Οιδίποδας» του 2012, με τον Σπ. Ευαγγελάτο και τον Τζ. Γκραουζίνις αντίστοιχα. Σταθμός μεγάλος κι «Ο πουπουλένιος», από τις πρώτες δικές μου σκηνοθεσίες! Ένα έργο που επιχείρησα να κάνω, επειδή με άγγιξε πολύ και ήταν ένας άλλος δρόμος συνολικά. Σταθμός για την τηλεόραση: Θα αναφέρω μόνο έναν, το «Λόγω τιμής» που κάναμε με τη Μιρ. Παπαοικονόμου και τον Λ. Ζαρουτιάδη, το περίφημο αυτό σήριαλ με τα παιδιά από την Πάτρα, το 1996. Κάθε παράσταση που έκανα, κάθε ταινία, αλλά και κάθε σειρά, υπήρξαν σημαντικοί σταθμοί, με την έννοια ότι φρόντιζα να τις επιλέγω όσο καλύτερα μπορούσα και να κάνω πράγματα που κάτι μπορεί να σήμαιναν για μένα.

Από την πετυχημένη πορεία σου στην Τέχνη, θυμάσαι κάτι ιδιαίτερο που θα μπορούσες να το μοιραστείς μαζί μας;

Τι να πρωτοθυμηθώ! Έχουν περάσει και είκοσι δύο χρόνια. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι σίγουρα η ενασχόληση με την Τέχνη αυτήν, προσφέρει συνέχεια πολύ ωραίες στιγμές. Σε αυτήν, το ταλέντο δεν αρκεί!.Χρειάζεται μεγάλη ικανότητα ανοιχτότητας προς τους ανθρώπους, να είσαι ανοιχτός και γενναιόδωρος και με ικανότητα επικοινωνίας. Είναι μια Τέχνη που δεν την κάνεις μόνος σου, στο σπίτι σου, αλλά την ασκείς μαζί με άλλους, που τους χρειάζεσαι και σε χρειάζονται. Η πιο δυνατή μου μνήμη συνολικά από το θέατρο, είναι συνεχείς συναντήσεις με διαφορετικούς ανθρώπους.

Ανατρέχοντας πίσω στην καλλιτεχνική σου διαδρομή, έχεις αναθεωρήσει κάποιες επιλογές σου; Ποιο το κριτήριο των επιλογών σου σήμερα;

Δεν μπορώ να πω ότι έχω αναθεωρήσει! Όχι, γιατί είμαι πείσμων και δεν κοιτάζω πίσω με προσοχή και ψυχραιμία, αλλά όσα έχω κάνει, τα έκανα με απόλυτη επιθυμία και συνείδηση. Οπότε, το μόνο κριτήριο για τις επιλογές μας, ασχέτως του πώς θα αποδειχθούνε στη συνέχεια, είναι το πόσο πραγματικά τις θέλουμε και τι σημαίνουν για μας την ώρα που τις κάνουμε. Δεν έχουμε άλλον τρόπο. Μεγαλώνοντας, νομίζω πως αυτό που συμβαίνει είναι ότι πηγαίνεις σε ένα μεγαλύτερο βάθος. Τα πρώτα χρόνια, ίσως, σε ενδιαφέρει να κατακτήσεις τον κόσμο σε πλάτος, ‘’η αποδοχή του’’, να μπορείς να καθιερωθείς. Η υποκριτική είναι μια Τέχνη, όπου κρίνεσαι συνέχεια και όταν είσαι μικρός, θέλεις να δείξεις ότι μπορείς. Από τη στιγμή που το έδειξες, πρέπει να πεις και κάτι. Τα πρώτα χρόνια, ζητάς τη σημασία, να σου δώσουν ένα μικρόφωνο και αν τελικά στο δώσουνε, πρέπει να πεις κάτι με ένα περιεχόμενο και μια σημασία.

Ως ηθοποιός πώς προσεγγίζεις τους ρόλους σου; Τι επιθυμείς να πάρει μαζί του ο θεατής από την παράσταση;

Δεν υπάρχει μια ασφαλής και οριστική μέθοδος! Υπάρχουν πολλές μέθοδοι που τις πρεσβεύουν διάφοροι και νομίζω ότι ο ηθοποιός δεν πρέπει να πετάει τίποτα. Προσεγγίζει από μέσα, απ’ έξω, από εξωτερικά παραδείγματα τρίτων, από τον εαυτό του, από την ανάμνησή του. Το καλό είναι ότι σήμερα έχουν αναπτυχθεί πάρα πολλές μέθοδοι, από όπου μπορείς να συνθέσεις έναν τρόπο δικό σου, για να μπορέσεις να φτάσεις στην ουσία μιας ερμηνείας. Αυτό που για μένα έχει σημασία στο τέλος για το θεατή,( αν γίνεται), είναι να έχεις καταφέρει να τον διαπεράσεις. Να του μείνει κάτι από την παράσταση και να το κουβαλήσει μαζί του για καιρό και πιθανώς, να τον βάλει κάτι να σκεφτεί ξανά.

Σήμερα, στο απόγειο της καριέρας σου, είσαι αγαπητός και αναγνωρίσιμος. Πώς διαχειρίζεσαι την αναγνωρισιμότητα; Ποια η σχέση σου με το κοινό και ποιες οι υποχρεώσεις σου απέναντί του;

Την αναγνωρισιμότητα ,πλέον, δεν την παρατηρώ, με την έννοια ότι είναι κάτι το πολύ συνυφασμένο με την αποδοχή του κόσμου και την επιτυχία σε αυτήν τη δουλειά. Η αναγνωρισιμότητα στους ηθοποιούς από κάποιο σημείο και μετά, αν έρθει, είναι κάτι σαν την ιατρική μπλούζα στους γιατρούς, είναι κάτι δεδομένο, πηγαίνει μαζί. Ο ηθοποιός το μόνο, που χρειάζεται να κάνει, είναι να είναι πολύ ειλικρινής ως προς τις επιλογές του και να συμμετέχει σε πράγματα που κάτι σημαίνουν γι’ αυτόν. Δεν πρέπει να κάνει κανείς πράγματα μόνο για το κοινό, (γιατί το κοινό είναι και αόριστο),αλλά να κάνει πράγματα που να σημαίνουν κάτι για αυτόν και με τον καλύτερο τρόπο που μπορεί.

Σκηνοθέτης αρκετών έργων στο θέατρο. Σε κάποια έπαιξες και παίζεις και ως ηθοποιός. Σε βοήθησε στη σκηνοθεσία η εμπειρία του ηθοποιού; Ποιες οι διαφορές από την πλευρά του σκηνοθέτη;

Σίγουρα, βοηθάει η εμπειρία του ηθοποιού. Ηθοποιός και σκηνοθέτης είναι δύο συγκοινωνούντα δοχεία. Αυτές οι δυο τέχνες ανήκουν στην Τέχνη του θεάτρου συνολικά. Είναι κάπως, όπως, ο διευθυντής της ορχήστρας με τον σολίστ κάποιου οργάνου. Δεν είναι τυχαίο ότι, σχεδόν, όλοι οι καταξιωμένοι σκηνοθέτες στη χώρα μας υπήρξαν ηθοποιοί ή εξάσκησαν κάποια στιγμή την Τέχνη. Είναι, νομίζω, πολύ δύσκολο, μην έχοντας την εμπειρία του ηθοποιού, να σκηνοθετείς, με την έννοια ότι δεν ξέρεις τη γλώσσα και για να μπορέσεις να φτιάξεις μια παράσταση, πρέπει να μπορέσεις να διδάξεις και ρόλους. Αυτό δεν μπορεί να γίνει, αν δεν ξέρεις τη γλώσσα της υποκριτικής. Ο σκηνοθέτης φτιάχνει έναν κόσμο πιο συνολικό, ένα μικρό «σύμπαν», είναι ένας μικρός «Θεός». Μια παράσταση είναι ένα μικρό «σύμπαν!» Από την ώρα που σβήνουν τα φώτα, μέχρι που ξανανάβουν, ο θεατής βρίσκεται σε μια εικονική πραγματικότητα, που τον πείθει, αν είναι καλή η παράσταση, ότι είναι μια απόλυτη πραγματικότητα και η συμπύκνωσή της. Αυτό, λοιπόν, θέλει από τη μια , ικανότητα να συλλάβεις έναν κόσμο που να έχει ενδιαφέρον και να μπορεί να βοηθήσει το έργο να αναπνεύσει και να ανθήσει και από την άλλη, να έχεις όλες τις τεχνικές δυνατότητες και τα τεχνικά εργαλεία για να το υλοποιήσεις.

Τι είναι κατά βάση το θέατρο και ποιος ο σκοπός του;

Το θέατρο γεννήθηκε και ήταν μια Τέχνη διαλεκτική, η οποία ξεκινώντας βοηθούσε την κοινότητα να συνειδητοποιεί τον εαυτό της. Μια Τέχνη, που( αντίθετα με την ανάγνωση που μπορεί κανείς να την κάνει μόνος του), φέρνει ανθρώπους μαζί στην σκηνή, αλλά και στην πλατεία. Μια Τέχνη, κατεξοχήν της κοινότητας , που βοηθάει να προχωρήσει το συλλογικό ασυνείδητο προς τα μπρος. Εργαλείο για την εκτέλεση αυτού του σκοπού είναι η μυθοπλασία αυτή να είναι διασκεδαστική, και όταν λέω διασκεδαστική, το εννοώ! Όπως λέει ο Πίτερ Μπρουκ: «Το πρώτο πράγμα που πρέπει να νικήσει κανείς στο θέατρο είναι η ανία του θεατή. Η διασκέδαση δεν είναι σκοπός. Σκοπός είναι να δίνει ένα νόημα στον κόσμο, να βοηθάει το θεατή να οργανώνει λίγο καλύτερο το προσωπικό του «σύμπαν»!

Ποιο το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ηθοποιού; Τι εννοούσες, λέγοντας κάποτε: «Εμείς οι ηθοποιοί είμαστε παραστατικοί-μεταπράτες;»

Εμείς οι ηθοποιοί δεν είμαστε πρωτογενείς δημιουργοί ούτε καν οι σκηνοθέτες. Δημιουργός πρωτογενής είναι ο συγγραφέας, ο συνθέτης ,είναι κάποιος, δηλαδή, που κατασκευάζει κάτι από το μηδέν. Εμείς, είμαστε στη μέση, είμαστε οι μεταπράτες, το μέσον, οι διαμεσολαβητές, για να μπορέσει το πρωτογενές δημιούργημα να ακουμπήσει στο κοινό. Αυτή η διαμεσολάβηση είναι όλο το ζουμί που μπορεί να είναι προβληματική, π.χ. σαν ένα κύκλωμα του οποίου ένα κομμάτι δεν δουλεύει καλά και έτσι δεν θα περάσει το ρεύμα από τη μια μεριά στην άλλη, αλλά, όταν περάσει, η διαμεσολάβηση θα είναι σπουδαία και ενάγεται μετά από μόνη της σε έργο Τέχνης, που ορισμένες φορές ξεπερνά και το πρωταρχικό! Πολλές φορές, για παράδειγμα, στις ελληνικές κωμωδίες, που δεν τις ξέρω πολύ καλά, αλλά κάποιες από αυτές τις αγαπώ, βλέπουμε ηθοποιούς και υποκριτική να είναι ανώτερη του πρωτογενούς υλικού, σπουδαίους ηθοποιούς που παίρνουν ένα πράγμα που είναι πολύ ασήμαντο και το αναδεικνύουν με ένα τρομερό βάθος. Αυτή είναι και η ύστατη πινελιά που μπορεί να κάνει μια σπουδαία παράσταση ή μια σπουδαία ερμηνεία, να είναι από μόνη της πάρα πολύ σημαντική, σαν έργο Τέχνης.

Τι περιμένει το κοινό να του δείξει ο ηθοποιός;

Νομίζω ότι το κοινό πηγαίνει στο θέατρο με την ανήλικη επιθυμία να μπει σε έναν ‘’φανταστικό’’ κόσμο που θα τον κάνει να τον πιστέψει. Να μπορέσει (από την ασφάλεια της θέσης του, από όπου δεν κινδυνεύει ο ίδιος πραγματικά), να ζήσει καταστάσεις, γεγονότα, συγκρούσεις συναισθηματικές ή άλλες, που σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να ζήσει στη ζωή του, αλλά που παρακολουθώντας τις τον βοηθούν να αναπτύσσει την ψυχή του και το πνεύμα του. Όσο περισσότερο καταφέρεις να το πιστέψει όλο αυτό, τόσο μεγαλύτερη είναι αυτή η ενστικτώδης αντίδρασή του, που είναι το χειροκρότημα στο τέλος.

Πιστεύεις ότι πρέπει το κοινό να διαμορφώνει το θέατρο ή το αντίθετο;

Δεν νομίζω ότι το κοινό μπορεί να διαμορφώσει το θέατρο! Το θέατρο προκύπτει από το κοινό, με την έννοια, ότι οι άνθρωποι που κάνουν-παράγουν θέατρο, προκύπτουν μέσα από την κοινότητα. Με αυτήν την έννοια, εκ των πραγμάτων η κοινωνία διαμορφώνει ό,τι γίνεται, αλλά οι δημιουργοί οφείλουν να εξυψώνονται λίγο παραπάνω και να δείχνουν στο κοινό κάτι που δεν ξέρει. Το κοινό, τις περισσότερες φορές, δεν ξέρει τι θέλει. Όταν κάναμε τον «Πουπουλένιο» στο θέατρο Αθηνών , οι περισσότεροι μου λέγανε ότι αυτό είναι ένα έργο που δεν μπορεί να λειτουργήσει στο κέντρο της Αθήνας, γιατί το κοινό της Αθήνας θέλει άλλα, πιο εύπεπτα έργα. Ο καλλιτέχνης, όμως, είναι εκεί για να φανταστεί κάτι που το κοινό του δεν το έχει φανταστεί!

Το 2014-15 σκηνοθέτησες τα: «O κύκλος με την κιμωλία», (θέατρο «Παλλάς»), «Η Ντόλυ η προξενήτρα» (θέατρο «Αλίκη»), ενώ συγχρόνως σκηνοθετούσες και έπαιζες στον «Πουπουλένιο» του Μάρτιν Μακ Ντόνα. Πώς κατάφερες να ανταποκριθείς επιτυχώς σε όλες αυτές τις υποχρεώσεις;

Ήταν μια τεχνικά δύσκολη συγκυρία, γιατί ζητούσε πάρα πολλές ώρες δουλειάς. Αυτό που μπορεί να κάνει κανείς, είναι να προετοιμάζεται όσο το δυνατόν καλύτερα. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι προετοιμασίας στο ανέβασμα μιας παράστασης- στη σκηνοθεσία της και στην υποκριτική- που μπορεί κανείς να την κάνει στο γραφείο του, με τους συνεργάτες του, όντας, όμως, πάρα πολύ προσεκτικός στον επί χάρτου σχεδιασμό μιας παράστασης. Όλα αυτά, βέβαια, πρέπει να υλοποιηθούν στην πρόβα ή και να αλλάξουν, πολλές φορές. Αυτό που έτσι κι αλλιώς για μένα έχει πολύ μεγάλη σημασία και που μερικές φορές δεν γίνεται και τα περιμένουμε όλα από την πρόβα, είναι η προετοιμασία!

Όταν ανέβαζες τον «Πουπουλένιο», που συνεχίστηκε για δεύτερη χρονιά, που πήγε και στη Θεσσαλονίκη, είχες φανταστεί το μέγεθος της επιτυχίας του; Πού κατά τη γνώμη σου οφείλεται αυτή, εκτός ασφαλώς από την ομάδα των σπουδαίων συνεργατών σου;

Ίσα, ίσα «Ο Πουπουλένιος», από μια ομάδα συνεργατών αλλά και από φίλους θεωρήθηκε: «Ότι είναι μια πολύ επικίνδυνη κίνηση και ένα έργο που δεν θα λειτουργούσε σε ένα ευρύ κοινό, στο κέντρο της Αθήνας». Η δική μου επιθυμία δεν ήταν μόνο να το ανεβάσω, αλλά και να το ανεβάσω στο κέντρο της Αθήνας, θεωρώντας ότι άξιζε ως έργο για το ευρύ κοινό και δεν ήταν ένα έργο για λίγους. Είναι ένα έργο που θα μπορούσε να αγγίξει με την αστυνομική δομή του, αλλά και με το χιούμορ του και τη συγκίνησή του, το ευρύ κοινό. Οπότε δεν είχα φανταστεί το βαθμό της επιτυχίας του, αλλά με κινούσε η επιθυμία να το κάνω, με την αίσθηση ότι έχω να πω κάτι που αφορά περισσότερο κόσμο.

2015-16, Θέατρο «Αλίκη», «Για όνομα…». Σύγχρονη κωμωδία των Ματιέ Ντελαπόρτ και Αλεξάντρ ντε λα Πατελιέρ. Σκηνοθεσία δική σου! Η υπόθεσή του; Ποιος ο στόχος που επέλεξες να επικεντρώσεις τη σκηνοθετική σου ματιά; Πού οφείλει τη μεγάλη του επιτυχία;

Το «Για όνομα…» είναι ένα πάρα πολύ έξυπνο έργο. Φέρνει μαζί σε ένα σαλόνι, φίλους κολλητούς και συγγενείς, δύο αδέλφια με τις σχέσεις τους και έναν πολύ καλό φίλο και τους βάζει να παλέψουν με τις προκαταλήψεις τους που έχουν για διάφορα θέματα. Επικεντρώνεται από τη μια στις προκαταλήψεις, στις κατασκευές και στα στερεότυπα που έχουμε όλοι στο μυαλό μας’’ για το τι είναι σωστό και τι είναι το λάθος’’ και από την άλλη , στο πώς αυτοί οι άνθρωποι, ενώ είναι ενήλικες, όταν βρίσκονται μαζί συμπεριφέρονται ανήλικα. Δηλαδή, μιλάει και για την φιλία που μπορεί να κρατάει δεκαετίες και να μας συνδέει με έναν τρόπο που δεν μπορεί να την γκρεμίσει ένα απλό συμβάν της καθημερινότητας. Από τη μια, λοιπόν, έρχονται οι προκαταλήψεις για να διαλύσουν τις σχέσεις των ηρώων και από την άλλη είναι το ισχυρό δέσιμο αίματος και φιλίας που τους κάνει να φερθούν ανήλικα, αλλά καταφέρνει να τους συγκολλήσει κιόλας ,μετά από τα τρομερά συμβάντα . Είναι ένα είδος που μου αρέσει πολύ, γιατί είναι ένα «Μετά Μπουλβάρ», μια σκεπτόμενη κωμωδία. Είναι ένα πολύ εύθυμο και πολύ λαμπερό, ένα μπριλάντε, που λέμε στο θέατρο, πολύ έξυπνο, με περιεχόμενο που έχει κάτι να πει. Μου αρέσουν τα πράγματα που κάτι έχουν να πουν αμπαλαρισμένα σε ένα περιεχόμενο ελαφρύ!

2015-2016, Θέατρο Αθηνών. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του «Πουπουλένιου», σκηνοθέτησες και παίζεις στο: «Ο θεός της σφαγής» της Γιασμίνα Ρεζά. Μια κοινωνική κωμωδία, πολυβραβευμένη, που πηγαίνει άριστα! Με ποιους άλλους καλούς ηθοποιούς συνυπάρχεις στη σκηνή; Λίγα λόγια για την υπόθεση. Ποιο το ερώτημα που θέτει το έργο;

Είμαστε επί της σκηνής, ο Οδυσσέας Παπασπηλιώπουλος, η Στεφανία Βουλιώτη, η Λουκία Μιχαλοπούλου κι εγώ. Δύο ζευγάρια γονιών, της μέσης αστικής τάξης, με διαφορές μεταξύ τους. Τα παιδιά μας, δύο δεκάχρονα αγόρια, τσακώνονται στο πάρκο και το ένα χτυπάει το άλλο με ένα ραβδί. Τα δύο ζευγάρια συναντιούνται στο σπίτι των γονιών του θύματος, για να λύσουν το πρόβλημα των παιδιών τους, με ευγενικό και πολιτισμένο τρόπο. Κουβέντα στην κουβέντα όμως, λέγονται μερικά πράγματα λανθασμένα, χάνεται η ευαίσθητη ισορροπία του πολιτισμού και της ευγένειας και οι γονείς καταλήγουν στο τέλος να φέρονται πολύ πιο ανώριμα από τα παιδιά τους και να βγάζουν όλο τον ανήλικο και πρωτόγονο εαυτό τους προς τα έξω. Έναν εαυτό, τον οποίο προσπάθησαν να κρατήσουν κρυφό. Τα γεγονότα τούς έκαναν να φανερώσουν τον πρωτογενή εαυτό τους, τον ανήλικο, πρωτόγονο και βάρβαρο . Θριαμβεύουν τα ένστικτα, η επιθυμία για την καταστροφή του άλλου κι η επιθυμία μας να επιβληθούμε. Όλα αυτά ισχύουν, ταυτοχρόνως, όμως ισχύει και η δυνατότητα της επικοινωνίας και η ευγενής επιθυμία να βρίσκουμε άλλους τρόπους από τις μπουνιές για να λύνουμε τις διαφορές μας. Αυτά τα εργαλεία του δυτικού κόσμου ή του Πολιτισμού, αν θέλετε, τα θεωρώ πολύ σημαντικά και αναπόσπαστα κομμάτια της κοινωνικοποίησής μας. Το ερώτημα είναι: «Σε ποιο βαθμό μπορούμε να χειριστούμε τη ζωή μας με τα εργαλεία του Πολιτισμού, ως άνθρωποι μιας δυτικής κοινωνίας, και σε ποιο βαθμό ο πρωτογενής, ανήλικος, βάρβαρος εαυτός μας, επικρατεί;» Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι επικρατεί και «ο Θεός της σφαγής» αλλά και ο «Θεός της επικοινωνίας».

Όταν κατεβεί «Ο θεός της σφαγής», τι θα κρατήσεις από όλη αυτήν την εμπειρία;

Θα κρατήσω μια εξαιρετική συνεργασία, θα την κρατήσω και κυριολεκτικά, γιατί ο «Ο Θεός της σφαγής» θα ξαναπάει και του χρόνου.

Ποιες είναι οι αγαπημένες σου ασχολίες εκτός θεάτρου;

Συζητήσεις με φίλους ή διάβασμα ή παρέα με το παιδί μου. Απλά πράγματα και συνηθισμένα.

Σήμερα, η ανθρώπινη επικοινωνία έχει γίνει λίγο σαν τον Πύργο της Βαβέλ. Μπορεί η Τέχνη να βοηθήσει να μιλήσουμε επιτέλους οι άνθρωποι μια κοινή γλώσσα;

Το λάθος που κάνουμε είναι να θεωρούμε ότι υπάρχει μια τελική στιγμή όπου όλα θα έχουνε λυθεί. Σε περιπτώσεις που, σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και σε εθνικό, τα πράγματα όλο και χειροτερεύουν και σύννεφα μαζεύονται από πάνω μας, είναι λάθος να νομίζουμε ότι δεν υπάρχει καμία πρόοδος και δεν προχωράμε. Αντίθετα από το κοινό αίσθημα, πιστεύω ότι προχωράμε προς τα μπρος! Την ίδια στιγμή που τα πράγματα χειροτερεύουν, ταυτοχρόνως πολλά πράγματα καλυτερεύουν. Μπορώ να σας πω για πάρα πολλούς δείχτες σχετικά με τον ‘’αναλφαβητισμό’’, την ‘’παγκόσμια πείνα’’, που βελτιώνονται συνέχεια. Η Τέχνη είναι ‘’εκεί’’ να μας βοηθάει και να εκφράζει το συλλογικό ασυνείδητο και να παίζει ρόλο σαν ένας πόλος διαλεκτικής των κοινωνιών, όπου όλα μπορούν να συζητηθούν και όλα μπορούν να τεθούν. Απλά, πιστεύω πως η αίσθηση: «Ότι θα φτάσουμε σε μια στιγμή, που οι άνθρωποι θα μιλήσουμε όλοι μαζί μια κοινή γλώσσα», είναι μια ουτοπική αίσθηση παραδείσου.

Ο Γιώργος-Ίκαρος για σένα;

Για μένα είναι ό,τι είναι το κάθε παιδί για το γονιό του. Δεν μπορώ να είμαι πιο περιγραφικός, με την έννοια ότι όλοι υπήρξαμε παιδιά και οι περισσότεροι από μας γονείς. Αυτή η σχέση, η ίδια και απαράλλαχτη, το ίδιο βαθιά και το ίδιο σημαντική και ενδιαφέρουσα, είναι και η σχέση η δική μου με το δικό μου το παιδί!!!

Ποια λόγια, από τα βιβλία που διάβασες και διαβάζεις ή από τα έργα που έπαιξες και παίζεις θα μπορούσαν να βρουν ανταπόκριση στο σύγχρονο κοινό;

Αυτό που θα με ενδιέφερε να σας πω και με βάση τη συζήτηση που κάναμε είναι κάτι που διάβασα προσφάτως του E. Tolle: «Πως στη σύγχρονη εποχή, η δυσλειτουργία του παλιού και η γέννηση του καινούργιου έρχονται με γοργούς ρυθμούς και παραδόξως τα πράγματα μπορούν να πηγαίνουν καλύτερα και χειρότερα την ίδια στιγμή. Το χειρότερο όμως είναι πιο φανερό, γιατί κάνει μεγαλύτερο θόρυβο!»

Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη στο περιοδικό «Σύμβουλος Υγείας» και τηv Ηρώ Αργυράκη.

About the author