Μυκητιασική στοματίτιδα

Μυκητιασική στοματίτιδα
Μυκητιασική στοματίτιδα

Η μυκητιασική στοματίτιδα αναφέρεται σε λοίμωξη που αναπτύσσεται στη στοματική κοιλότητα και προκαλείται από μύκητες που ανήκουν στο γένος Candida. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα είδη αυτής της οικογένειας μυκήτων αποτελούν τμήμα της φυσιολογικής χλωρίδας του στόματος. Όταν, όμως, για ορισμένους λόγους αυτά τα είδη αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται υπέρμετρα, προκαλείται μόλυνση του στόματος και εκδήλωση μυκητιασικής στοματίτιδας.

Πρόκειται για λοίμωξη που μπορεί να εμφανιστεί και στα δύο φύλα, καθώς επίσης και σε όλες τις ηλικίες. Πιο συχνά, όμως, εμφανίζεται σε νεογέννητα, ηλικιωμένους, διαβητικούς ασθενείς, ασθενείς με υποθυρεοειδισμό, ασθενείς που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή, και ανθρώπους που παρουσιάζουν έλλειψη βιταμίνης Β12 και σιδήρου.

Η μυκητιασική στοματίτιδα εκδηλώνεται με λευκές πλάκες στο στόμα ή στο φάρυγγα, οι οποίες μπορεί να αποκολληθούν κατά τη διάρκεια του γεύματος ή του βουρτσίσματος των δοντιών. Τα μέρη της στοματικής κοιλότητας που μπορεί να επηρεαστούν είναι το εσωτερικό των παρειών, η γλώσσα, τα ούλα, ο ουρανίσκος και ο φάρυγγας. Άλλα συμπτώματα που μπορεί να εμφανιστούν είναι απώλεια γεύσης ή δυσάρεστη αίσθηση γεύσης στο στόμα, ερυθρότητα στο στόμα και το λαιμό και αίσθημα καύσου ή και πόνου.
Οι πιο σημαντικοί παράγοντες που προδιαθέτουν την ανάπτυξη μυκητιασικής στοματίτιδας είναι οι εξής:
Ο διαβήτης: Η αυξημένη συγκέντρωση γλυκόζης στο σίαλο που μπορεί να προκαλέσει ο διαβήτης, ευνοεί την ανάπτυξη των ειδών candida και επομένως την εμφάνιση μυκητιασικής στοματίτιδας.
Η κακή εφαρμογή και ο κακός καθαρισμός τεχνητών οδοντοστοιχιών.
Η χρήση αντιβιοτικών φαρμάκων, ειδικά, εάν αυτά χρησιμοποιούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η ξηροστομία, είτε αυτή είναι απόρροια ιατρικής κατάστασης είτε χρήσης συγκεκριμένων φαρμακευτικών ουσιών.
Η κακή στοματική υγιεινή.
Η χρήση συστηματικών, εισπνεόμενων ή τοπικών κορτικοστεροειδών φαρμάκων.
Το κάπνισμα.
Η λήψη ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων.

Η πρόληψη είναι πολύ σημαντική στον περιορισμό της εμφάνισης της μυκητιασικής στοματίτιδας. Οι οδηγίες πρόληψης είναι οι εξής:
Βούρτσισμα των δοντιών με επιμέλεια για τη διατήρηση καλής υγιεινής του στόματος.
Τακτικός έλεγχος των τεχνητών οδοντοστοιχιών από τον οδοντίατρο, ώστε αυτές να εφαρμόζουν σωστά.
Σωστός καθημερινός καθαρισμός και ορθή χρήση των τεχνητών οδοντοστοιχιών.
Ξέπλυμα του στόματος, κάθε φορά, μετά τη λήψη εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς σκευάσματος.
Ρύθμιση του σακχάρου του αίματος.
Περιορισμός χρήσης αντιβιοτικών φαρμάκων, όταν αυτά δεν είναι απαραίτητα.
Περιορισμός του καπνίσματος και του αλκοόλ.
Τέλος, η συνήθης θεραπεία της μυκητιασικής στοματίτιδας, εφόσον αυτή παρουσιαστεί, συνιστά τη χρήση τοπικού τζελ μικοναζόλης ή εναλλακτικά τη χρήση διαλύματος νυστατίνης. Τα τοπικά τζελ μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ενήλικες, παιδιά και νεογέννητα άνω των 4 μηνών. Το τζελ θα πρέπει να εφαρμόζεται με καθαρό δάχτυλο απευθείας στην πάσχουσα περιοχή και να μένει τοπικά, για όσο το δυνατό περισσότερο χρονικό διάστημα. Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί για μια εβδομάδα ακόμη, από τη στιγμή που τα συμπτώματα υποχωρήσουν. Παρομοίως, το διάλυμα νυστατίνης μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ενήλικες, παιδιά και νεογέννητα άνω του 1 μηνός. Το διάλυμα θα πρέπει να μένει στην πάσχουσα περιοχή, για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Σε συγκριτικές μελέτες, το τοπικό τζελ μικοναζόλης έδειξε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην εξάλειψη των συμπτωμάτων μυκητιασικής στοματίτιδας, σε σχέση με το διάλυμα νυστατίνης. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες η κλινική εικόνα του ασθενούς είναι ασαφής, η παραπομπή στον αρμόδιο γιατρό είναι η πιο συνετή λύση.

Νάντια Χατζηβασιλείου
Φαρμακοποιός

About the author