Ουρολοιμώξεις

Ουρολοιμώξεις
Ουρολοιμώξεις

Η λοίμωξη του ουροποιητικού είναι μία αρκετά συχνή και σοβαρή νόσος που προκαλείται από την είσοδο μικροοργανισμών στο στείρο ουροποιητικό σύστημα. Είναι η δεύτερη σε συχνότητα λοίμωξη μετά από τις λοιμώξεις του αναπνευστικού και εμφανίζεται, κυρίως, στις γυναίκες. Στατιστικά στοιχεία αναφέρουν ότι το 40% των γυναικών και το 12% των ανδρών προσβάλλονται από ουρολοίμωξη, ενώ μόνο 1%-2% των παιδιών εμφανίζουν ουρολοιμώξεις.Το ουροποιητικό σύστημα περιλαμβάνει τους νεφρούς, την ουροδόχο κύστη και την ουρήθρα. Η λειτουργία των νεφρών είναι να παράγουν ούρα,τα οποία αποθηκεύονται στην ουροδόχο κύστη και εν συνεχεία αποβάλλονται, μέσω της ουρήθρας.

Φυσιολογικά, τα μικρόβια δεν αναπτύσσονται στο ουροποιητικό. Παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό είναι η ροή των ούρων, η σύνθεση των ούρων (το pH, η ουρία), η έκκριση ανοσοσφαιρινών, όπως η IgA που εμποδίζει την προσκόλληση μικροβίων.

Όταν όμως τα μικρόβια εισέλθουν, συνήθως, μέσω της ουρήθρας, αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται και ξεκινούν τα συμπτώματα της ουρολοίμωξης.
Παράγοντες κινδύνου
Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα ουρολοιμώξεις, λόγω της γειτνίασης της γυναικείας ουρήθρας με το ορθό, το οποίο είναι αποικισμένο με μικρόβια, με αποτέλεσμα την ευκολότερη διείσδυση των μικροβίων στην ουροδόχο κύστη.
Η σεξουαλική επαφή, λόγω τραυματισμού των ιστών γύρω από την ουρήθρα.
Διάφορα αντισυλληπτικά, όπως το διάφραγμα και τα σπερματοκτόνα.
Γενετικοί παράγοντες, όπως συγκεκριμένες ομάδες αίματος.
Η ύπαρξη ουροκαθετήρα.
Ανατομικές ανωμαλίες του ουροποιητικού (όπως η υπερτροφία προστάτη στους άνδρες) ή νευρολογικές παθήσεις (όπως η παραπληγία), που εμποδίζουν την ομαλή αποβολή των ούρων.
Η ανοσοκαταστολή (όπως η χημειοθεραπεία και το AIDS).
Η εγκυμοσύνη.
Η εμμηνόπαυση.
Ο διαβήτης.
Η ηλικία >65 ετών.
Το μικρόβιο που συχνότερα προκαλεί ουρολοιμώξεις σε ποσοστό 90%, είναι η Escherichia Coli, το γνωστό κολοβακτηρίδιο, ενώ λιγότερο συχνά παθογόνα μικρόβια είναι ο Staph. saprophyticus, Enterococcus faecalis και διάφορα είδη Proteus, Klebsiella. Όταν η λοίμωξη εντοπίζεται στην κύστη, ονομάζεται κυστίτιδα, στην ουρήθρα λέγεται ουρηθρίτιδα και στους νεφρούς, που είναι η σοβαρότερη, λέγεται πυελονεφρίτιδα.
Οι ουρολοιμώξεις διακρίνονται σε επιπλεγμένες και ανεπίπλεκτες
Η ανεπίπλεκτη ουρολοίμωξη συμβαίνει σε υγιείς ανθρώπους και αφορά κυρίως σε άνδρες ή σε γυναίκες σε περίοδο ενεργά σεξουαλική.
Επιπλεγμένη χαρακτηρίζεται η ουρολοίμωξη που συμβαίνει και στα δύο φύλα, όταν έχουν λειτουργικές ή ανατομικές ανωμαλίες, όπως νεφρολιθίαση, στενώσεις ουρήθρας ή ουρητήρα, υπερτροφία προστάτη, κυστεοουρητηρική παλινδρόμηση, νευρογενή ουροδόχο κύστη, σακχαρώδη διαβήτη, ουροκαθετήρα, καρκίνο ουροποιητικού συστήματος, κύηση.

Συμπτώματα
Αίσθημα πίεσης στο κάτω μέρος της πυέλου
Πόνο ή καύσος κατά την ούρηση
Δύσοσμα και θολά ούρα
Αίμα στα ούρα
Πόνος στην οσφύ, έμετοι, πυρετός με ρίγος, κυρίως, σε πυελονεφρίτιδα
Επώδυνη συνουσία

Η διάγνωση της ουρολοίμωξης επιβεβαιώνεται με:
Τη γενική ούρων, την καλλιέργεια ούρων και αντιβιόγραμμα, για να δοθεί η κατάλληλη αντιβίωση.
Καλλιέργεια αίματος, αν πρόκειται για πυελονεφρίτιδα.
Υπερηχογράφημα νεφρών –ουρητήρων –κύστεως σε επιπλεγμένες μορφές.

Θεραπεία
Σε απλή κυστίτιδα χορηγούνται αντιβιοτικά για 3-7 μέρες. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της λοίμωξης και συνήθη θεραπευτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται είναι οι κινολόνες και η τριμεθοπρίμη-σουλφομεθοξαζόλη. Η αυξημένη κατανάλωση ύδατος είναι σημαντική για την αποφυγή υποτροπής της οξείας κυστίτιδας. Σε γυναίκες, που αναφέρουν ότι παρουσιάζουν ουρολοίμωξη ύστερα από σεξουαλική επαφή, θα πρέπει να εξετάζεται και ο σύντροφος με γενική ούρων, καλλιέργεια ούρων και καλλιέργεια σπέρματος, για να βρεθεί ο αιτιολογικός παράγοντας και να δοθεί η κατάλληλη αντιβίωση.

Πρόληψη για την αποφυγή ουρολοίμωξης
Καθαριότητα των γεννητικών οργάνων καθημερινά.
Χρήση βαμβακερών εσωρούχων και πλύσιμο αυτών κάθε μέρα.
Η χρήση αντισηπτικών στα γεννητικά όργανα δεν χρειάζεται.
Άδειασμα της ουροδόχου κύστεως αμέσως, μόλις αισθανθέι κάποιος την ανάγκη, καθώς ευνοείται ο πολλαπλασιασμός των μικροβίων.
Αποφυγή παραμονής με βρεγμένο μαγιό, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, για πολλές ώρες.
Αποφυγή ούρησης μέσα στη θάλασσα.
Συχνή αλλαγή σερβιέτας ή ταμπόν.
Αποφυγή κολύμβησης σε πισίνες, αν υπάρχει αμφιβολία για την καθαριότητα του νερού.
Αποφυγή των συνθετικών εσώρουχων, των στρινγκ και των πολύ στενών παντελονιών.
Κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων υγρών και ειδικά νερού.
Τήρηση σχολαστικά των κανόνων υγιεινής και κατά τη σεξουαλική επαφή.
Αυξημένη κατανάλωση βιταμίνης C.
Ο καθαρισμός και το σκούπισμα των γεννητικών οργάνων πρέπει να γίνεται από το αιδοίο προς τον πρωκτό και ποτέ αντίστροφα και να ακολουθεί ξέπλυμα με άφθονο ζεστό νερό τοπικά.

Βότανα που θεωρούνται ότι έχουν την ιδιότητα να προλαμβάνουν τις ουρολοιμώξεις είναι τα κράνμπερι (χυμός βακκινίων), που εμποδίζουν την προσκόλληση του κολοβακτηριδίου στο επιθήλιο της ουροδόχου κύστης. Επίσης, υπάρχουν και είδη γαλακτοβάκιλλων με προστατευτική δράση στον αποικισμό του κολοβακτηριδίου και ουροπαθογόνων μικροβίων.

Συμπερασματικά, φαίνεται ότι η ουρολοίμωξη είναι τόσο συχνή νόσος, που θέλει έγκυρη διάγνωση και θεραπεία, για να αποφευχθούν επιπλοκές και υποτροπές, ιδίως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού που αυξάνονται οι εκλυτικοί παράγοντες.

Χαρά Κοντούλη, Νεφρολόγος

About the author