Παθήσεις του θυρεοειδή

Παθήσεις του θυρεοειδή
Παθήσεις του θυρεοειδή

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ο μεγαλύτερος ενδοκρινής αδένας του ανθρώπινου σώματος. Έχει σχήμα πεταλούδας και βρίσκεται στο πρόσθιο κατώτερο τμήμα του λαιμού. Αποτελείται από δύο λοβούς οι οποίοι ενώνονται μεταξύ τους στον ισθμό. Σε κάποιους ανθρώπους παρατηρείται και ένας επιπλέον λοβός, ως προσεκβολή του αριστερού λοβού που λέγεται πυραμοειδής.

Ο θυρεοειδής αδένας συμμετέχει στη ρύθμιση του μεταβολισμού, της θερμοκρασίας του σώματος, τη σωματική και πνευματική ανάπτυξη, καθώς και στην ομοιόσταση του ασβεστίου. Παράγει τρεις ορμόνες τη θυροξίνη (Τ4), την τριιωδοθυρονίνη(Τ3) και την καλσιτονίνη. Η Τ3 μαζί με την Τ4 ρυθμίζουν το μεταβολισμό όλων των ιστών. Για την παραγωγή των ορμονών αυτών είναι απαραίτητη η ύπαρξη του ιωδίου το οποίο προσλαμβάνουμε με τις τροφές. Η σύνθεση και η έκκριση των δύο αυτών θυρεοειδικών ορμονών ρυθμίζεται από τη θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH) που παράγεται στην υπόφυση. Η καλσιτονίνη ελαττώνει τα επίπεδα του ασβεστίου του αίματος.

Οι παθήσεις του θυρεοειδή αδένα διακρίνονται ως προς τις μορφολογικές αλλαγές και ως προς τις λειτουργικές διαταραχές που προκαλούν στον θυρεοειδή αδένα.
Ο υπερθυρεοειδισμός, παρατηρείται όταν ο θυρεοειδής αδένας υπερλειτουργεί και προκαλείται υπερέκκριση θυρεοειδικών ορμονών Τ3-Τ4. Τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού είναι κυρίως ταχυκαρδίες, εφίδρωση, αϋπνία νευρικότητα, κόπωση, μυϊκός τρόμος, απώλεια βάρους παρά την αυξημένη όρεξη, διάρροιες, εξόφθαλμος διόγκωση στην περιοχή του λαιμού και βράγχος φωνής.

Οι συχνότερες μορφές υπερθυρεοειδισμού είναι:
Η τοξική διάχυτος βρογχοκήλη (νόσος του Graves ή νόσος του Basedow), όπου ο θυρεοειδής αδένας υπερλειτουργεί.
Η τοξική οζώδης βρογχοκήλη (νόσος του Plummer), όπου αναπτύσσονται όζοι, οι οποίοι υπερπαράγουν θυρεοειδικές ορμόνες.
Συνήθως η αντιμετώπιση είναι αρχικά φαρμακευτική και αν κρίνεται αναγκαίο και χειρουργική. Ο υποθυρεοειδισμός είναι αποτέλεσμα της υπολειτουργίας του θυρεοειδή, με συνέπεια να έχουμε μειωμένη παραγωγή και έκκριση ορμονών Τ3-Τ4 από τον θυρεοειδή αδένα. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να είναι πρωτοπαθής, όταν οφείλεται σε βλάβη του θυρεοειδούς ή δευτεροπαθής όταν οφείλεται σε βλάβη της υπόφυσης, η οποία παράγει την θυρεοειδοτρόπο ορμόνη (TSH), που δίνει εντολή για την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών Τ3 και Τ4. Η πιο συνηθισμένη αιτία υποθυρεοειδισμού είναι οι θυρεοειδίτιδες, οι οποίες είναι φλεγμονές του αδένα:
Η οξεία πυώδης θυρεοειδίτιδα είναι μικροβιακής αιτιολογίας φλεγμονή του αδένα και αντιμετωπίζεται με αντιβίωση.
Η υποξεία θυρεοειδίτιδα του De Qurvain είναι μια επώδυνη φλεγμονή του αδένα.
Η χρόνια λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα ή νόσος του Hashimoto, είναι η συχνότερη μορφή θυρεοειδίτιδας αυτοάνοσης αιτιολογίας. Προσβάλλει συχνότερα τις γυναίκες.

Ο υποθυρεοειδισμός εκδηλώνεται με υπνηλία, αύξηση του σωματικού βάρους, βράγχος φωνής, κόπωση, μυαλγίες και αρθραλγίες, δυσκοιλιότητα, οιδήματα γύρω από τα μάτια.
Οι όζοι του θυρεοειδούς είναι διογκώσεις του θυρεοειδή αδένα. Συνήθως είναι καλοήθεις και με ένα ποσοστό 10% είναι κακοήθεις. Για τον λόγο αυτό γίνονται πάντα εξετάσεις όταν εντοπίζονται, προκειμένου να διασαφηνιστεί το είδος του όζου. Ο καρκίνος του θυρεοειδή αδένα δεν είναι συχνός και έχει πολύ καλή πρόγνωση. Συνήθως παρουσιάζεται με τη μορφή όζου και αντιμετωπίζεται χειρουργικά με ολική θυρεοειδεκτομή και λεμφαδενικό καθαρισμό της περιοχής. Ακολουθεί κατάλληλη θεραπεία (ακτινοβολία ή χημειοθεραπεία ανάλογα με το είδος του καρκίνου).

Ο υποθυρεοειδισμός θεωρείται η πιο συχνή πάθηση του θυρεοειδή αδένα. Η θεραπεία της έγκειται στη λήψη συνθετικής θυροξίνης με φαρμακευτική αγωγή προκειμένου να υποκαταστήσουμε την ποσότητα της ορμόνης που ο θυρεοειδής δεν παράγει. Ο γιατρός καθορίζει τη δόση της θυροξίνης που χρειάζεται ο υποθυρεοειδικός ασθενής να λαμβάνει και τον παρακολουθεί με μετρήσεις της TSH. Ο οργανισμός χρειάζεται ένα διάστημα κάποιων εβδομάδων για να προσαρμοστεί στη χορηγούμενη θυροξίνη, γιατί είναι ορμόνη μακράς διάρκειας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος που λαμβάνεται η θυροξίνη. Πρέπει να είναι πάντα πρωινή ώρα – συνήθως μισή ώρα πριν το πρωινό και με άδειο στομάχι. Για τις επόμενες τρεις με τέσσερις ώρες θα πρέπει να αποφεύγονται κάποια φάρμακα, που μπορεί να επηρεάσουν την απορρόφησή της όπως ασβέστιο, σίδηρος, αντιόξινα φάρμακα και βιταμίνες. Επίσης, κάποια φάρμακα όπως τα αντισυλληπτικά, τα οιστρογόνα, τα αντιεπιληπτικά και κάποια αντικαταθλιπτικά θα μπορούσαν να αλληλεπιδράσουν με τη θυροξίνη. Καλό είναι να λαμβάνεται την ίδια ώρα καθημερινά. Αν μια δόση φαρμάκου ξεχαστεί δε θα πρέπει να ανησυχήσουμε, γιατί το φάρμακο αυτό παραμένει στον οργανισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης, δε θα πρέπει να διακόπτουμε τη θεραπεία, αλλά αντίθετα να επισκεπτόμαστε το γιατρό μας σε τακτά χρονικά διαστήματα, προκειμένου να ρυθμίζεται σωστά η δόση της θυροξίνης. Σε περίπτωση εγκυμοσύνης, η έγκυος θα πρέπει να ενημερώσει το γιατρό προκειμένου να ρυθμιστεί κατάλληλα η θυροξίνη, η οποία είναι ασφαλής στην εγκυμοσύνη και δεν πρέπει να διακόπτεται.

Νικολία Κωνσταντοπούλου
Φαρμακοποιός
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
www.endo.gr
Singer P, Thyroiditis. Acute, subacute, and chronic. Med Clin North Am. 1991;75 :61-77.
Nelson Taylor et al, AN APPROACH TO THYROID PROBLEMS Acta Endocrinol 34:1181-1200

About the author