Πώς βιώνουν τα παιδιά το πένθος και πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε;

Πώς βιώνουν τα παιδιά το πένθος  και πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε;
Πώς βιώνουν τα παιδιά το πένθος  και πώς μπορούμε να τα βοηθήσουμε;

Η απώλεια είναι κομμάτι της ζωής και δεν κάνει εξαιρέσεις. Τα παιδιά βιώνουν το πένθος και τη θλίψη όπως και οι ενήλικες, όμως το αντιλαμβάνονται και το εκδηλώνουν διαφορετικά. Κάθε παιδί καταλαβαίνει την απώλεια με το δικό του μοναδικό τρόπο, ανάλογα με το στάδιο της ανάπτυξης στο οποίο βρίσκεται, τις γνωστικές του ικανότητες, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, την πνευματική του υπόσταση, τις πεποιθήσεις που έχει αναπτύξει για την απώλεια από την οικογένεια ή τους δασκάλους του, καθώς και την όποια προηγούμενη εμπειρία έχει σε σχέση με το θάνατο. Οι αντιδράσεις των παιδιών μπροστά σε ένα πένθος που σχετίζεται με απώλεια αγαπημένου προσώπου είναι ποικίλες και διαφορετικές.

Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν:
Συναισθηματικό σοκ και συναισθηματική απόσταση από το γεγονός που βοηθά το παιδί να αμυνθεί απέναντι στο κατακλυσμιαίο συναίσθημα του πόνου.
Οπισθοδρόμηση στη συμπεριφορά, όπως για παράδειγμα, δυσκολία αποχωρισμού από τους γονείς ή τους σημαντικούς άλλους ανθρώπους, ανάγκη του παιδιού να κοιμάται στο κρεβάτι των γονιών ή υπερβολική αναζήτηση της αγκαλιάς κ.τλ.
Εκρηκτικά συναισθήματα και ξεσπάσματα θυμού που εκφράζουν την αναστάτωση, το φόβο ή το αίσθημα ανημπόριας του παιδιού. Τα ξεσπάσματα θυμού, συνήθως, αντικατοπτρίζουν την ανασφάλεια του παιδιού και την ανάγκη του να ανακτήσει τον έλεγχο της κατάστασης.
Επανάληψη συγκεκριμένων ερωτήσεων, όχι επειδή δεν καταλαβαίνουν, αλλά επειδή οι πληροφορίες είναι τόσο σκληρές, για να τις αποδεχτούν τα παιδιά.

Ανάλογα με την ηλικία τους, τα παιδιά αντιλαμβάνονται διαφορετικά την έννοια του θανάτου. Συγκεκριμένα, τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται τη μονιμότητα του θανάτου, τουλάχιστον, μέχρι τα 5-9 έτη τους, αφού μέχρι εκείνη την ηλικία λειτουργεί πολύ η «μαγική» σκέψη σχετικά με τις αιτίες, ενώ θεωρούν το θάνατο σαν έναν προσωρινό αποχωρισμό που είναι αναστρέψιμος. Στην προεφηβική ηλικία, τα παιδιά μπορούν να αντιληφθούν το θάνατο σαν ένα οριστικό γεγονός που ενέχει παύση των σωματικών λειτουργιών, όμως δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τις πιο αφηρημένες έννοιες που σχετίζονται με το τέλος της ζωής. Στην εφηβεία, είναι πλήρως σε θέση να συσχετίσουν αίτιο και αποτέλεσμα και να έχουν πιο αφαιρετικούς συλλογισμούς.

Πώς μπορεί όμως κάποιος να βοηθήσει ένα παιδί να βιώσει πιο εποικοδομητικά και «ανώδυνα» το πένθος του;
Αρχικά, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι κάθε παιδί βιώνει την απώλεια με το δικό του τρόπο, έχοντας μοναδικά συναισθήματα, οπότε ας του επιτρέψουμε να είναι ο «δάσκαλος» του εαυτού του, σε σχέση με την εμπειρία. Ας το ακολουθήσουμε σε αυτό, όσο αντέχουμε και εμείς, και ας αποδεχτούμε τα συναισθήματά του, καθώς και το γεγονός ότι χρειάζεται χρόνο για να επεξεργαστεί ό,τι του συμβαίνει.
Το πένθος είναι μια διαδικασία και όχι ένα γεγονός. Επιπλέον, κάθε παιδί έχει δικαίωμα να ξέρει την αλήθεια και διαισθητικά θα καταλάβει αν κάποιος δεν του τα λέει όλα ή του λέει ψέματα.

Ας βοηθήσουμε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως ηλικίας να κατανοήσουν το θάνατο και την απώλεια, δίνοντάς τους πληροφορίες που μπορούν να αντιληφθούν. Το αγαπημένο πρόσωπο δεν «έφυγε» ούτε «κοιμήθηκε», αλλά πέθανε. Ας μην τους δημιουργήσουμε ψεύτικες εικόνες και προσδοκίες που δε θα ευδοκιμήσουν, ούτε και φόβους σχετικά με πράγματα που τα αφορούν, π.χ. με τον ύπνο. Ας ενθαρρύνουμε τα παιδιά να κάνουν ερωτήσεις για το θάνατο και την απώλεια και ας τους δώσουμε να καταλάβουν ότι εμείς τα κατανοούμε και τα στηρίζουμε. Οφείλουμε να θυμόμαστε ότι το πένθος μπορεί να έχει απρόβλεπτες εκδηλώσεις, ότι είναι μια μακρόχρονη διαδικασία και ότι έχει πολλές δυσκολίες. Και τέλος, ας μην ξεχνάμε και τον εαυτό μας και τη δική μας, ενδεχομένως, ανάγκη να θρηνήσουμε. Ο τρόπος που θα πενθήσουμε, καθώς και το πώς θα το διαχειριστούμε, θα είναι ο καλύτερος τρόπος να επικοινωνήσουμε στα παιδιά μας ότι μπορούμε να επιβιώσουμε από τον πόνο. Κυρίως, όμως, αν δε βοηθήσουμε τον εαυτό μας, θα είναι πολύ δύσκολο να βοηθήσουμε και να φροντίσουμε κάποιον άλλο. Ούτε καν το παιδί μας.

Ειρήνη Καφίρη
Φαρμακοποιός
Σύμβουλος Ψυχικής υγείας

About the author