Συνέντευξη | Άγγελος Αντωνόπουλος: «Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι ικανοποιημένος.»

Συνέντευξη | Άγγελος Αντωνόπουλος:  «Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι ικανοποιημένος.»
Συνέντευξη | Άγγελος Αντωνόπουλος:  «Δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι ικανοποιημένος.»

Συνέντευξη του Άγγελου Αντωνόπουλου στο περιοδικό «Σύμβουλος Υγείας» και την δημοσιογράφο Παναγιώτα Σούγια

Ως ηθοποιός υπηρέτησε με ιδιαίτερο πάθος και τεράστιο υποκριτικό ταλέντο όλα τα είδη του θεάτρου, πρωταγωνίστησε σε σπουδαίες κινηματογραφικές ταινίες και έπαιξε σε σημαντικές σειρές της ελληνικής τηλεόρασης, παραμένοντας σε όλη του τη ζωή σεμνός και διαρκής αναζητητής νέων πεδίων γνώσης σχετικά με την Τέχνη που υπηρετεί με παραδειγματική συνέπεια εδώ και αρκετές δεκαετίες, όντας ένας από τους ποιοτικότερους καταξιωμένους Έλληνες ηθοποιούς της γενιάς του, συνεχίζοντας να μας χαρίζει μέχρι σήμερα μοναδικές ερμηνείες. Ανάλογη είναι και η πορεία του στον σκηνοθετικό και στον συγγραφικό τομέα, αλλά και ως δασκάλου, καθώς επί σειρά ετών δίδαξε με αγάπη εκατοντάδες νέους ανθρώπους, σπουδαστές Δραματικών Σχολών.

Πρόκειται για τον διαπρεπή και εξαιρετικά δημοφιλή ηθοποιό, με τη χαρακτηριστικά γνώριμη σε όλους φωνή, τον διακεκριμένο σκηνοθέτη, συγγραφέα και ποιητή, κ. Άγγελο Αντωνόπουλο, ο οποίος την περίοδο αυτή σκηνοθετεί και ερμηνεύει τον συνταρακτικό μονόλογο του ιστορικού και πολιτικού επιστήμονα Χάουαρντ  Ζιν: «Ο Μαρξ στο Σόχο», στην κεντρική σκηνή του θεάτρου «Άλμα», που ανεβαίνει με αφορμή τα 200 χρόνια από την γέννηση του Καρλ Μαρξ.

Με την ευκαιρία της καταπληκτικής αυτής παράστασης-μονολόγου, όπου ο κ. Άγγελος Αντωνόπουλος δίνει κυριολεκτικά τον καλύτερο εαυτό του επί σκηνής, τον συναντήσαμε στο σπίτι του, όπου μας υποδέχτηκε με την χαρακτηριστική ευγένεια και τη φιλοξενία που τον διακρίνει, απαντώντας πρόθυμα σε κάθε ερώτηση που του θέσαμε.

Με τον κ. Άγγελο Αντωνόπουλου είχαμε την ακόλουθη συζήτηση στη συνέντευξη που ακολουθεί:

 

Κύριε Αντωνόπουλε, ποιους θα χαρακτηρίζατε ως σημαντικότερους σταθμούς στη μακρόχρονη καλλιτεχνική σας διαδρομή;

Τη γνωριμία μου με τον δάσκαλο, τον Κάρολο Κουν. Αυτό ήταν για εμένα μια εμπειρία ζωής. Αυτό σφράγισε από εκεί και πέρα όλα τα χρόνια της ζωής μου, διότι βρέθηκα μπροστά σε διλήμματα, σε αιτήματα και σε ερωτήσεις μεγάλες, είτε από εμένα τον ίδιο είτε από τη ζωή την ίδια, είτε από μαθητές μου, γιατί έκανα κι εγώ τον δάσκαλο πάνω από 35 χρόνια. Τον Κάρολο Κουν τον είχα συνέχεια μπροστά μου. Τον επικαλέστηκα συνέχεια για να μπορέσω να ανταποκριθώ στην αγωνιακή παρουσία όλων αυτών των ανθρώπων, που βρέθηκαν μπροστά μου. Ο Κουν ήταν μεγάλος, αξεπέραστος δάσκαλος.

Εν συνεχεία συναντήθηκα πάνω στο σανίδι και έξω από αυτό με «ιερά τέρατα», όπως: την Κατίνα Παξινού, τον Αλέξη Μινωτή, την Τζένη Καρέζη, τον Κώστα Καζάκο, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τους σκηνοθέτες: Ερρίκο Ανδρέου, Ντίνο Δημόπουλο κ.ά.. Αυτές ήταν παρουσίες πολύ σημαντικές και είχα να αποκομίσω μετά από κάθε επαφή μαζί τους μεγάλη ευφορία ψυχική. Ξέρετε πόσο ευνοϊκό είναι από την τύχη να σ’ έχει σε μια ταινία στο ίδιο πλάνο με την Κατίνα Παξινού; Μεγάλη υπόθεση. Ήταν και το σενάριο συγκλονιστικό. Μιλάω για «Το νησί της Αφροδίτης». Ξέρετε, επίσης, πόσο μεγάλη εύνοια είναι να είσαι παρτενέρ της Τζένης Καρέζη, της Αλίκης Βουγιουκλάκη, της Νόρας Βαλσάμη; Αυτά ήταν σταθμοί της ζωής μου. Και αντιλαμβάνεστε ότι το αποτέλεσμα αυτών των συναντήσεων ήτανε τα έργα, τα οποία φτιάξαμε. Μεγάλα έργα, μεγάλα σενάρια και με τρομακτική απήχηση στον κόσμο, τόσο στην τηλεόραση όσο και στο θέατρο. Ειδικά το θέατρο, όταν υπηρετείται από τέτοιους ανθρώπους, και αυτό είναι ευλογημένο και οι συνεργάτες αυτών των ανθρώπων είναι ευλογημένοι. Τέτοιους ανθρώπους γνώρισα κι αυτοί μου ανεβάσανε το επίπεδο της δουλειάς μου και της ευαισθησίας μου.

 

Ποια θεατρική πρεμιέρα δεν πρόκειται να ξεχάσετε ποτέ και γιατί;

Με το «Θέατρο Τέχνης» πήγαμε στο Παρίσι, όταν το «Θέατρο Τέχνης» βγήκε πρώτη φορά από την Ελλάδα. Παίξαμε «Όρνιθες» στο Θέατρο της Σάρα Μπερνάρ, το «Θέατρο των Εθνών». Αυτό μου είναι αξέχαστο, γιατί η παράσταση ήταν απογειωμένη και διότι είχε θεατές όλη την αριστοκρατία του πνεύματος της Ευρώπης.

Όταν τελείωσε αυτή η παράσταση άρχισε το χειροκρότημα, το οποίο δεν τελείωνε. Και αυτοί οι άνθρωποι είχαν πρόσβαση επάνω στη σκηνή, όπου ανέβηκαν και μας αγκάλιαζαν σφιχτά. Έβλεπες από τη μια μεριά ότι έρχεται, ας πούμε, ο Ιονέσκο, κι ώσπου να το συνειδητοποιήσεις αυτό έβλεπες ότι έρχεται η Ζαν Μορώ ή η Μπριτζίτ Μπαρντό. Τέτοιας εκτοπίσεως άνθρωποι ήτανε. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν είχαμε επιστρέψει στα καμαρίνια μας, προσπαθούσαμε να συνέλθουμε από τις δονήσεις, απ’ το τράνταγμα που είχαμε υποστεί από την ερμηνεία και από τη συνάντηση μ’ αυτούς τους ανθρώπους.

Επίσης, μου μένει αξέχαστος ο τρόπος με τον οποίον προετοιμάσαμε αυτή την παράσταση, ο τρόπος με τον οποίον εμπνεόταν ο Κάρολος Κουν, ο οποίος έπαιρνε από μας και μας έδινε, κι εμείς παίρναμε απ’ αυτόν και του δίναμε συνέχεια. Ήταν μια υπέροχη, μια αξέχαστη συναλλαγή. Έπαιρνε από εμάς την ενέργειά μας και την απόδοσή μας, την οποία καλλιεργούσε μέσα στο μυαλό του και τη μετέπλαθε.

 

Σε ποιον βαθμό είστε ικανοποιημένος από τις επιλογές και την πορεία σας μέχρι σήμερα;

Θα ‘λεγα ότι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να είμαι ικανοποιημένος. Πάντα πιστεύω ότι υπάρχουν κενά, που έμειναν κενά από μένα τον ίδιον, από τις επιλογές μου τις ίδιες. Λόγω καταγωγής από ένα τέτοιο μεγάλο σχολειό και λόγω προσωπικής κουλτούρας είχα μεγάλες επιλογές, οι οποίες δεν μπορώ να πω ότι έτυχαν όλες της ίδιας υποδοχής. Αυτό, όμως, είναι το θέατρο. Διαβάζεις ένα έργο και μαγεύεσαι. Το διαβάζεις στον θίασο και μαγεύεται κι εκείνος. Όμως, δεν είναι πάντα το ίδιο αποτέλεσμα όταν αυτό το έργο γίνεται παράσταση. Δηλαδή, περιμένεις άλλη προσέλευση και άλλη είναι. Δεν δικαιώνεται πάντα το θέατρο. Κάποτε, ο Αλέκος Σακελλάριος μου έλεγε: «Μη βασανίζεις το μυαλό σου. Τεσσάρων ειδών παραστάσεις υπάρχουν: Τα καλά που δικαιώνονται και τα καλά που δεν δικαιώνονται. Τα κακά που δικαιώνονται και τα κακά που δεν δικαιώνονται.».

 

Θέατρο, κινηματογράφος ή τηλεόραση έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες στην ψυχή σας;

Δεν έχω το περιθώριο να απορρίψω το ένα από αυτά τα τρία. Το ότι πρωτόπαιξα, ενορχηστρώθηκα, την πρώτη φορά μέσα στην «Άνοδο του Αρτούρο Ούι» του Μπρεχτ ή στην «Ανδόρα» του Μαξ Φρις ή στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη ή σε ένα σωρό τέτοια πράγματα, αντιλαμβάνεστε πως όταν ξεκινάει κανείς μ’ αυτές τις ατμόσφαιρες, μ’ αυτούς τους κραδασμούς, πόσο μεγάλο και σημαντικό ρόλο παίζει το θέατρο στη ζωή του και στην πορεία του.

Και κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο κινηματογράφος. Το λέω αυτό γιατί όσο ήμουν ακόμα σπουδαστής του «Θεάτρου Τέχνης» ο κινηματογράφος ήταν κάτι απαγορευμένο, καθώς δεν μας άφηνε καθόλου ο Κουν να «μπλέξουμε» με αυτόν.

Τελικά, γίναμε ηθοποιοί, δουλέψαμε, ύστερα βρεθήκαμε και σε άλλους χώρους στο ελεύθερο θέατρο και εμφανίστηκαν κάποιοι σκηνοθέτες, πολλές φορές πάρα πολύ αξιόλογοι, που δικαίωναν τη φιλοδοξία μας γι’ αυτή τη δουλειά, δικαίωναν και την ιδέα που είχαμε για τον κινηματογράφο. Π.χ., ο Τάκης Κανελλόπουλος, ο οποίος ήταν ένας μέγας οραματιστής του κινηματογράφου. Ήταν ένας ρομαντικός στοχαστής του κινηματογραφικού πλάνου. Ήξερε να βλέπει, να αισθάνεται, να σε πλησιάζει και να σε κάνει να λειτουργείς.

Και στη συνέχεια, βέβαια, εμφανίστηκε και η τηλεόραση, όπου συμμετείχα σε ενδιαφέρουσες παραγωγές.

 

Πώς θα θέλατε να σας αποκαλούν: Καλό ηθοποιό ή καλό δάσκαλο;

Και το ένα και το άλλο είναι περγαμηνή. Και, βέβαια, καλός ηθοποιός δεν γίνεσαι από τη μία στιγμή στην άλλη, ούτε γυρίζεις διακόπτη για να γίνεις από κακός καλός ηθοποιός. Δουλεύεις βασανισμένα, προβληματίζεσαι μ’ αυτό που είχες ακούσει όλη την ημέρα και πετάγεσαι τη νύχτα από το κρεβάτι και λες: «Α, αυτό ήθελε να πει. Τώρα το κατάλαβα.». Τι πιο βασανισμένη ζωή από αυτή του ηθοποιού;

Ο Κουν μας έλεγε, επίσης, ότι: «Όταν διαβάζετε ένα κείμενο και κρίνετε ότι ο ήρωας αυτός δεν έχει καμιά σχέση με σας, ότι είναι κάτι άλλο, ότι δεν μπορείτε να τον προσεγγίσετε, μην το κάνετε αυτό ποτέ. Εσείς να διαβάσετε το κείμενο ξανά και ξανά. Και να κάνετε βουτιά μέσα σας και κάθε φορά που θα βγαίνετε θα ‘χετε αποκομίσει στοιχεία αυτού του ανθρώπου, θα ‘χετε καταλάβει ότι τον ξέρατε κι ότι δεν ξέρατε πόσο τον ξέρατε.». Βέβαια, πώς είναι δυνατόν να ξέρεις εκ των προτέρων να παίξεις τον Οθέλλο, τον Ρασκόλνικωφ; Αυτά θέλουνε αγωνιακές πορείες σε βάθος. Όταν, όμως, έχεις καλούς «ξεναγούς», σε πάνε σ’ αυτούς τους χώρους δημιουργικά. Να τους ακούς μόνο, να σε παίρνουν από το χέρι και να σε οδηγούν εκεί που πρέπει να πας. Να σου ανοίγουν ορίζοντες, όχι μόνο στο έργο που έχετε μπροστά σας να υπηρετήσετε, αλλά ορίζοντες και στον ίδιο σας τον εαυτό. Πολλές φορές δημιουργείται μια αυτογνωσία με τη σωστή «ξενάγηση».

 

Έχετε εκδώσει δύο μυθιστορήματα και μια ποιητική συλλογή. Τι θέση κατέχουν στη ζωή σας η λογοτεχνία και η ποίηση; Να αναμένουμε κάποιο επόμενο συγγραφικό σας έργο;

Κατ’ αρχάς, δοθέντος ότι εγώ είμαι ηθοποιός, τροφοδοτούμαι συνέχεια από τη λογοτεχνία, είτε αυτό είναι θεατρικό έργο, είτε αυτό είναι απλώς ανάγνωσμα. Αντιλαμβάνεστε αυτό πόσο μ’ έχει αφυπνίσει. Απ’ την εφηβεία μου ακόμα βρέθηκα μπροστά στην ποίηση. Μάθαινα ποίηση πριν φτάσω στη Δραματική Σχολή. Απάγγελνα μόνος μου αρχαία τραγωδία, Σολωμό, Κάλβο, μεγάλωνα και ζούσα μ’ αυτά. Και όταν πια μπήκα στον χώρο του θεάτρου, δραστήρια, μάχιμα, είχα αποκτήσει και άλλες οπτικές, άλλες κριτικές, άλλες δυνατότητες επιλογής. Όταν γνώρισα τον Κουν και του απάγγελλα την Ιθάκη, μου λέει: «Το φθινόπωρο ελάτε στη Σχολή.». Του λέω: «Τι να κάνω μέχρι το φθινόπωρο;», γιατί ήταν άνοιξη, και μου απαντάει: «Να διαβάσεις Ντοστογιέφσκι.». Του λέω: «Έχει γράψει θέατρο ο Ντοστογιέφσκι;». «Όχι,», μου λέει, «αλλά θα ξανοίξει το μυαλό σου. Θα μάθεις να κάνεις καταδύσεις στην ψυχή του ανθρώπου.». Αυτό το ξεχνάς ποτέ;

Εγώ, μέσα σε αυτά τα ωραία χρόνια, πολλές φορές και δύστυχα, γιατί έζησα Κατοχή, πόλεμο, εμφύλιο, ως έφηβος έγραφα ποίηση. Πήγαινα στο Γυμνάσιο και έγραφα ποίηση. Και, ξαφνικά, μια μέρα ο καθηγητής, μόλις κάθισε στην έδρα, έβγαλε από την τσέπη του μία εφημερίδα και άρχισε να διαβάζει. Κι εγώ έβλεπα ότι διαβάζει ποίημά μου. «Άγγελε,», μου λέει, «έλα να μας το διαβάσεις εσύ.». Είχε δημοσιευθεί ένα ποίημά μου στην «Αυγή» του Πύργου, από τον Τάκη Δόξα, ο οποίος ήταν υπεύθυνος της ποιητικής στήλης της εφημερίδας. Από ‘κει ξεκινάει η συγγραφική αγωνία μου. Έκτοτε μεγάλωσα και βρέθηκα να έχω ένα συρτάρι γεμάτο χαρτάκια, όπου είχα γράψει έναν στίχο, ένα ποίημα. Είχα, όμως, τόσο δέος για την ποίηση, που δεν τολμούσα να τα βγάλω στη φόρα αυτά τα πράγματα. Κάποια στιγμή, ένας-δύο φίλοι, δημοσιογράφοι και ποιητές, άρχισαν να ανασκαλεύουν στο συρτάρι μου και μου είπαν: «Καλά, αυτά έπρεπε να έχουν βγει στον κόσμο.». Έτσι με παρακίνησαν και έβγαλα την πρώτη συλλογή μου, την «Αφύλακτη Διάβαση». Βέβαια, έχω γράψει και δύο μυθιστορήματα, για τα οποία μου έχουν πει ότι είναι πολύ ενδιαφέροντα. Το ένα είναι: «Οι επιβάτες του φεγγαριού» και το άλλο είναι το: «Μη μιλάς πατέρα. Έχεις πεθάνει.».

 

Να περιμένουμε κάποιο επόμενο συγγραφικό σας έργο;

Ναι, βέβαια. Εκείνο που μπορώ πλέον να λέω είναι ότι το συρτάρι έχει πάλι γεμίσει από χαρτάκια.

 

11 περίπου χρόνια μετά από το ανέβασμα της καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας: «Ο Μαρξ στο Σόχο», επιστρέφετε και πάλι με αυτή την παράσταση στο Θέατρο «Άλμα». Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτή σας την επιλογή;

Ήθελα πάρα πολύ να το ανεβάσω με μια καινούργια οπτική, αλλά και διότι συμπλήρωναν φέτος 200 χρόνια απ’ τη γέννηση του Μαρξ. Τι πιο συγκλονιστικό, πιο συγκινητικό και πιο επετειακό έτος απ’ αυτό, όταν έχεις να διαχειριστείς μια τέτοια μνήμη.

Ξεκίνησα, λοιπόν, και το ανέβασα, θα μπορούσα να πω κατ’ εντολήν του κόσμου. Δηλαδή, υπήρχαν άνθρωποι, που μου λέγανε: «Γιατί δεν ανεβάζεις τον Μάρξ πάλι;». Εγώ καμιά φορά έλεγα: «Ναι, αλλά μην είναι ένδειξη αμηχανίας.». Να μη λέει ο κόσμος: «Δεν ξέρει τι άλλο να κάνει και ανεβάζει τον Μαρξ;». Δεν το ήθελα αυτό. Τελικά, πείστηκα και το ανέβασα. Και σπάνε οι πόρτες. Χαλάει ο κόσμος. Η επικοινωνία αυτού του έργου είναι τρομακτική. Έρχονται οι θεατές ήσυχοι και φεύγουν ανήσυχοι. Αυτή είναι η επιτυχία και η αξία του έργου.

Όμως, το πιο συγκινητικό είναι ότι αυτό το έργο επικοινωνεί πολύ με τους νέους ανθρώπους, αυτούς που με περιμένουνε μετά την παράσταση να μου σφίξουν το χέρι.

Η υπόθεση του έργου είναι μια ευφυής σκέψη του Χάουαρντ Ζιν. Δηλαδή, βάζει τον Μαρξ να παίρνει άδεια απ’ τον «άλλο κόσμο» και να ‘ρχεται κοντά σε μας, γιατί όλα αυτά τα χρόνια που απουσιάζει βλέπει ότι η ιδεολογική του διδασκαλία έχει διαστρεβλωθεί κι ότι έχουν εφαρμοστεί ιδέες τελείως διαφορετικά απ’ όπως αυτός τις διατύπωσε. Αγανακτισμένος, λοιπόν, ο Μαρξ, κατέρχεται εδώ ανάμεσά μας για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Αυτό είναι το έργο.

 

Πόσο ψυχοφθόρα και δύσκολη είναι η διαδικασία απόδοσης ενός μονολόγου για έναν ηθοποιό;

Ο κάθε ένας έχει τις δικές του διαδικασίες, τις δικές του διαδρομές και τη δική του αντίληψη για ένα κείμενο. Για το συγκεκριμένο έργο ξεκίνησα από τον ενθουσιασμό μου γι’ αυτό το κείμενο, για τον τρόπο που γράφτηκε από τον Χάουαρντ Ζιν. Μάλιστα, του είπα όταν είχε έρθει στην παράσταση: «Αγαπητέ Χάουαρντ, όλα αυτά τα χρόνια σ’ έχω μπροστά μου να μου στέλνεις σινιάλο δύναμης και αισιοδοξίας απ’ την άλλη άκρη του κόσμου. Για μένα ήταν ένα μεγάλο ερέθισμα, που γνώρισα έναν Αμερικάνο Αριστερό σαν κι εσένα.». Έτσι, ξεκίνησα έχοντας τον Χάουαρντ Ζιν μπροστά μου. Αυτόν που «αφύπνισε μια γενιά Αμερικάνων και τους έμαθε να ζουν και να σκέφτονται», όπως λέει ο Νόαμ Τσόμσκι για τον Χάουαρντ.

Επειδή, όμως, πρόκειται για ένα έργο που θέλει απόδοση και προσωπική ανάλωση, πνευματική και βιολογική, δεν μπορεί να μην είναι κουραστικό, να μη σε βασανίζει την ώρα της παράστασης. Αλλά, ξέρετε, πόσο υπέροχη είναι η «ερωτική» κούραση; Αυτό είναι που δημιουργεί η παράσταση του Μαρξ.

 

Ποιο στοιχείο είναι εκείνο που σας ωθεί στο να δραστηριοποιείστε και να στέκεστε έμπρακτα αρωγός σε κοινωνικές δράσεις, όπως έχετε πράξει αρκετές φορές με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα;

Για όλα αυτά που απαριθμήσατε δεν είμαι ικανοποιημένος. Δεν αισθάνθηκα ότι υπήρξα όσο μάχιμος θα ήθελα στη ζωή μου. Το μόνο που μου δημιουργούσε μια παρηγοριά ήταν ότι κάνω αυτή τη δουλειά, ότι είμαι στο θέατρο. Το θέατρο είναι ένα μετερίζι, είναι ένας αγωνιστικός χώρος. Αλλιώς δεν θα τολμούσα να λέω ότι υπήρξα μάχιμος, ότι υπήρξα δημιουργικός, όπως θα με ήθελα εγώ, όπως θα με ήθελαν αυτοί που με παραδέχονται σαν καλλιτέχνη. Είμαι τόσα χρόνια συνδρομητής στους «Γιατρούς Χωρίς Σύνορα» και στην «Green Peace», και αν το λέω δεν το λέω επηρμένα, το λέω για να παρακινήσω κι άλλους ανθρώπους να γίνουν.

 

Πιστεύετε πως ο σημερινός τρόπος ζωής επηρεάζει την ανθρώπινη υγεία και σε ποιον βαθμό σχετίζεται με την πρόληψη των ασθενειών σε σχέση με το παρελθόν;

Προσωπικά, δεν έκανα ποτέ έκλυτο βίο. Πηγαίναμε μετά από το θέατρο και τρώγαμε, κουβεντιάζαμε, κάναμε τον χαβαλέ μας. Κάποια στιγμή, κάπως προχωρημένη ώρα, άκουγα τους συναδέλφους να λένε: «Πού θα πάμε τώρα;». Κι εγώ τους έλεγα: «Πού θα πάτε; Δεν θα πάτε να κοιμηθείτε;». Αυτός ήταν ο τρόπος ζωής μου. Και πίστευα και σε αυτό που έλεγε και ο Στανισλάβσκι: «Έπρεπε να είσαι δυνατός για να κάνεις θέατρο.». Δεν μπορεί να είσαι εξαντλημένος για να κάνεις θέατρο. Δεν έχεις το δικαίωμα να το κάνεις αυτό. Ο άλλος πληρώνει εισιτήριο για να σε δει. Κι εσύ δεν μπορείς να του δίνεις το περίσσευμά σου. Πρέπει να εξαργυρώνει το εισιτήριό του με την απόδοσή σου. Αυτά δεν τα λέω πρώτη φορά. Τα είπα επί δεκαετίες ολόκληρες στους μαθητές μου.

Βέβαια, εδώ και πολλά χρόνια αποτελούμε μια καταναλωτική κοινωνία, γεγονός που σημαίνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πληθώρα αγαθών. Τώρα πια το να έχω την άνεση να ζω ανθρώπινα δεν σημαίνει ότι κάθομαι να τρώω επειδή μπορώ να τρώω. Η υγεία είναι πάντα το μέτρο. Και στη διατροφή και στην κίνηση και στην εργασία. Η εργασία είναι μεγάλος γιατρός, μεγάλο φάρμακο. Εργασιοθεραπεία. Μεγάλο πράγμα. Εμένα με κρατάει στη ζωή αυτό.

Επίσης, πλέον υπάρχει μεγάλη πληροφόρηση για τις ασθένειες και τη θωράκιση της υγείας μας σε σχέση με το παρελθόν. Όμως, για τη θωράκιση χρειάζεται και κάποια διαπαιδαγώγηση, να ξέρει ο νέος πώς ζει, γιατί και από τι πρέπει να προφυλάσσεται. Έχουνε δει πολλά τα μάτια μας. Όμως, πάντα υπήρχε η αγωνία της πρόληψης των ασθενειών, διότι πάντα υπήρχαν μεγάλες αρρώστιες. Αν δεν υπήρχε η πρόληψη, θα είχε εξαφανιστεί το είδος.

 

Υπάρχει κάτι που θα λέγατε πως λείπει από τη ζωή σας;

Ναι, τα παιδιά. Τότε που δεν τ’ αποκτούσα δεν μ’ ένοιαζε. Έβαζα τη σκούφια μου στραβά και σφύριζα. Τώρα δεν το κάνω. Τώρα μελαγχολώ απλώς.

 

Τι θα ευχόσασταν στους αναγνώστες του περιοδικού μας για τις ημέρες των εορτών και για τη νέα χρονιά;

Να είναι παρόντες. Παρόντες, με όλα τα αιτήματα του καιρού μας. Να είναι παρόντες και μάχιμοι. Να είναι παρόντες ως γονείς, να είναι παρόντες ως νέοι, να είναι παρόντες και ως υπερήλικες. Να είναι παρόντες, γιατί άμα είναι απόντες χάθηκε ο κόσμος.

 

About the author