Σχολικός Εκφοβισμός BULLING

Σχολικός Εκφοβισμός BULLING
Σχολικός Εκφοβισμός BULLING

Όλο και πιο συχνά γίνεται λόγος για τη βία που εκδηλώνεται μέσα στο σχολείο, ένα φαινόμενο που έχει γίνει γνωστό ως “bullying” και που αναφέρεται στο σχολικό εκφοβισμό, την απειλή, την ταπείνωση ή την παρενόχληση παιδιών από άλλα παιδιά.Περίπου 1 στα 6 παιδιά έχει πέσει θύμα είτε σωματικής είτε ψυχολογικής είτε σεξουαλικής βίας, είτε έχει δεχτεί εκφοβισμό από το διαδίκτυο (cyber-bullying).Η σωματική βία αφορά σε ξυλοδαρμούς παιδιών, ενώ η ψυχολογική βία αναφέρεται σε συμπεριφορές που περιλαμβάνουν απειλές, ύβρεις, παρατσούκλια, ειρωνεία, απαξίωση, εκβιασμούς, σαρκασμό και αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Το παιδί που υφίσταται τη βία πολλές φορές δεν εκφράζει αυτό που βιώνει, ούτε αυτά που νιώθει, συχνά λόγω ντροπής, οπότε εσωτερικεύει όλη αυτήν την αρνητική εμπειρία με τις όποιες συνέπειες έχει για την ομαλή συναισθηματική του ανάπτυξη. Το περνά όλο αυτό μόνο του δηλαδή και ερμηνεύει την εμπειρία αυτή μέσα από το πρίσμα αυτής  της μοναξιάς του.

Επειδή ο εκφοβισμός έχει απόλυτη σχέση με την επίδειξη δύναμης και με το ποιος εξουσιάζει ποιον, τα παιδιά που πέφτουν θύματα, συχνά αισθάνονται ευάλωτα και αδύναμα μπροστά σε εκείνους που τα παρενοχλούν, που τις περισσότερες φορές είναι παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και σωματικής διάπλασης. Σε πολλές περιπτώσεις, παιδιά που έχουν υποστεί εκφοβισμό στο σχολείο γίνονται τα ίδια θύτες απέναντι σε άλλα παιδιά. Σύμφωνα με Αμερικανούς ερευνητές, το γεγονός αυτό σχετίζεται με το ότι το τραύμα που επιφέρει ο εκφοβισμός δημιουργεί αδυναμία στο παιδί να νιώσει ενσυναίσθηση για τους άλλους και έτσι, ως αντίδραση, χρησιμοποιεί το ίδιο αυτό παιδί τον εκφοβισμό για να τραβήξει την προσοχή.Οι ερευνητές αυτοί υποστηρίζουν ότι το “bullying” στο σχολείο σχετίζεται με την εμφάνιση κατάθλιψης, άγχους και κρίσεων πανικού στην ενήλικη ζωή των παιδιών. Για την ακρίβεια, τα παιδιά που έχουν υποστεί σχολικό εκφοβισμό είναι τέσσερις φορές πιο πιθανό να παρουσιάσουν αγχώδη διαταραχή μέχρι τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους, σε σχέση με παιδιά που δεν έχουν ιστορικό εκφοβισμού. Τα παιδιά-θύτες έχουν τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, δηλαδή να διαπράξουν βίαιες και κακοποιητικές πράξεις και να έχουν αδυναμία να κατανοούν τα συναισθήματα των άλλων.Ο σχολικός εκφοβισμός σχετίζεται άμεσα με προβλήματα που βιώνει το παιδί μέσα στην οικογένεια κυρίως, όταν αυτό νιώθει ότι δεν υπάρχει κανείς δίπλα του να μοιραστεί την αγωνία, το φόβο, τη θλίψη του και τα προβλήματά του. Τα παιδιά που δεν επικοινωνούν τα πραγματικά τους συναισθήματα, σκέψεις και πεποιθήσεις, βιώνουν ένα βαθύ αίσθημα μοναξιάς, σε μια ηλικία που χρειάζονται τους ενηλίκους να τα βοηθήσουν να μάθουν να διαχειρίζονται όλα εκείνα τα συναισθήματα που δυσκολεύουν τη ζωή τους. Όταν τα παιδιά βιώνουν έντονο στρες, όπως στην περίπτωση του σχολικού εκφοβισμού, δεν ξέρουν πώς να το αντιμετωπίσουν. Αν δεν υπάρχει μια υποστηρικτική σχέση στη ζωή τους, συνήθως με κάποιον από τους δύο γονείς, μέσα από την οποία να μάθουν ότι ο φόβος και η αγωνία είναι συναισθήματα που υπάρχουν φυσιολογικά και που μπορεί να τα βιώνει και ο ίδιος ο γονέας, το παιδί ζει ένα εσωτερικό χάος. Το ίδιο τού φαντάζει και ο κόσμος, ένα μέρος απρόβλεπτο στο οποίο δεν είναι ασφαλές. Συχνά το παιδί αποκρίνεται με θυμό, με απογοήτευση, με θλίψη, με απόσυρση. Αποκτά συμπεριφορές που αντανακλούν αυτά τα συναισθήματα, δηλαδή αντιδρά σε αυτό που βιώνει. Η αντίδραση αυτή είναι διαφορετική για το κάθε παιδί. κάποιο μπορεί να δοκιμάσει να εκφράσει το θυμό του και την ανάγκη του να το προσέξουν με το να γίνει το ίδιο «θύτης» εκφοβίζοντας άλλα παιδιά, ενώ κάποιο άλλο μπορεί να κλειστεί στον εαυτό του, προκειμένου να προφυλαχθεί από αντίστοιχες επίπονες εμπειρίες.Οι περισσότεροι γονείς αγωνιούν σήμερα για το αν έχουν πέσει τα παιδιά τους θύματα σχολικού εκφοβισμού, αν θα τους το πουν, καθώς και τι να κάνουν σε κάθε περίπτωση. Επειδή δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές, ο κάθε γονιός καλείται να αναγνωρίσει «σημάδια» στη συμπεριφορά του παιδιού του, που θα του υποδείξουν ότι κάτι έχει αλλάξει. Αυτό βέβαια, δε σημαίνει ότι η όποια συμπεριφορά είτε αντίδρασης είτε απόσυρσης ή όπως αλλιώς μπορεί να εκφράζει ένα παιδί ότι κάτι του συμβαίνει, σχετίζεται με το “bullying”. Μια σχετικά απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού σηματοδοτεί το γεγονός ότι κάτι έχει συμβεί και ότι η προσοχή του γονιού θα πρέπει να είναι στραμμένη προς το παιδί. Να τεντώσουν τα αυτιά και να ανοίξουν τα μάτια του γονιού προς κάθε σημάδι που μπορεί να δώσει το παιδί, μια λέξη, μια έκφραση του προσώπου, μια κίνηση. Αν υπάρχει σχέση με το γονιό, πιθανόν θα είναι πιο εύκολο για το παιδί να εκφραστεί. Σίγουρα δε θα πρέπει να παραβιαστούν τα όρια του παιδιού πιέζοντάς το να αποκαλύψει τι του συμβαίνει. Απλώς ο γονιός μπορεί να δημιουργήσει ένα πρόσφορο έδαφος, για να υπάρξει επικοινωνία. Να διαβεβαιώνει το παιδί ότι είναι εκεί για να το ακούσει και να το βοηθήσει, αν αυτό χρειαστεί βοήθεια. Και αν και όταν το παιδί τελικά επιλέξει να επικοινωνήσει, ο γονιός να το ακούσει με προσοχή και με αποδοχή, χωρίς να προσφέρει επίκριση, κατήχηση ή λύση. Είναι σημαντικό το παιδί να καταλάβει ότι κάποιος το ακούει πραγματικά, ότι αποδέχεται κάθε του πλευρά και κάθε του συναίσθημα, ώστε να αντιληφθεί ότι δεν είναι μόνο του σε αυτό που περνάει, αλλά και ότι έχει την ικανότητα να αντιμετωπίζει τα προβλήματά του και να βρίσκει λύσεις σε αυτά, λύσεις που να ικανοποιούν εκείνο και όχι αναγκαστικά το γονιό. Αυτό είναι δύσκολο καμιά φορά να γίνει αντιληπτό και αποδεκτό από τους γονείς, διότι η εμπειρία τους τούς υπαγορεύει να θεωρούν ότι εκείνοι ξέρουν καλύτερα από το παιδί ποιο είναι το καλό του και πώς αυτό μπορεί να γίνει πράξη, ανεξάρτητα από το τι θέλει το παιδί. Έτσι, συχνά μπλοκάρουν πλευρές του παιδιού από το να εκφραστούν, αφού δε γίνονται αποδεκτές, μια που λείπει η εμπιστοσύνη του γονιού, αλλά και ο απόλυτος σεβασμός προς το σύνολο του προσώπου του παιδιού. Αυτό το γεγονός μπορεί να αναστείλει την προσωπική επαφή του παιδιού με το γονιό και να έχει ως αποτέλεσμα να κλείνεται το παιδί στον εαυτό του και να βιώνει μόνο του όλες τις αρνητικές συνέπειες των προβλημάτων του. Τα παιδιά που δε σχετίζονται πραγματικά και σε βάθος με τους γονείς ή άλλους ανθρώπους που τα φροντίζουν είναι πολύ πιο πιθανό να υποστούν σχολικό εκφοβισμό ή να παρενοχλούν άλλα παιδιά, συγκριτικά με εκείνα που έχουν ουσιαστική σχέση με τον έναν ή και τους δύο γονείς, που αισθάνονται άνευ όρων αποδοχή από εκείνους, καθώς και ότι εκείνοι μπορούν να τα καταλάβουν. Ένας από τους λόγους, που τα παιδιά, που δε βιώνουν σχέση με τους γονείς, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να υποστούν ή να κάνουν  “bullying”, είναι επειδή τα παιδιά αυτά δεν έχουν μάθει πώς είναι να κατανοείς τα συναισθήματα του άλλου και να κάνεις χώρο στην καρδιά σου για να χωρέσουν εκεί, ακόμα κι αν δε συμφωνείς με τον άλλον. Και δεν το έχουν μάθει αυτό, διότι δεν το έχουν βιώσει τα ίδια από κάποιο σημαντικό πρόσωπο στη ζωή τους.Αυτό που τελικά μπορούν να κάνουν οι γονείς είναι να εκφράζουν την άνευ όρων, αυθεντική αγάπη τους στα παιδιά τους, βάζοντας ταυτόχρονα τα όριά τους, ώστε να προστατεύσουν τα παιδιά τους από το σχολικό εκφοβισμό. Αλλά ακόμα και αν δεν καταφέρουν να τα προστατεύσουν, μπορούν να είναι εκεί, για να τα βοηθήσουν να διαχειριστούν το πρόβλημά τους και να επουλώσουν τα τραύματα που δημιουργήθηκαν.

About the author