Χορτοφαγία, τα θετικά και τα αρνητικά

Χορτοφαγία, τα θετικά και  τα αρνητικά
Χορτοφαγία, τα θετικά και  τα αρνητικά

Χορτοφάγος λέγεται ο άνθρωπος που τρέφεται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά με τροφές φυτικής προέλευσης.

Υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις χορτοφαγίας:
Οι πλήρως απέχοντες από κάθε ζωική τροφή, τρέφονται αποκλειστικά με χορταρικά, φρούτα, δημητριακά, λίπη φυτικής προέλευσης και ονομάζονται «Vegans».
Μια άλλη κατηγορία, οι «Γαλακτοαβγοχορτοφάγοι», καταναλώνει αβγά, αλλά κανένα είδος σάρκας.
Τέλος, ένας μεγάλος αριθμός ατόμων παγκοσμίως, απέχει μόνον από το κόκκινο κρέας, αλλά όχι από τα ψάρια και τα πουλερικά. Αυτοί δεν είναι πραγματικοί χορτοφάγοι. Η διατροφική αυτή συμπεριφορά σχετίζεται περισσότερο με «υγιεινή διατροφή», «διαιτητική αποστροφή» ή με « θρησκευτικά» αίτια.

Τα τελευταία 15 χρόνια, ο αριθμός των χορτοφάγων οκταπλασιάστηκε σε ΗΠΑ και Δυτική Ευρώπη, ξεπερνώντας συνολικά τα 24 εκατομμύρια. Ο αριθμός των αμιγώς χορτοφάγων στη χώρα μας είναι μάλλον μικρός, αλλά οι έστω και μερικώς απέχοντες από το κόκκινο κρέας είναι πάρα πολλοί.

Ο άνθρωπος είναι παμφάγο ζώο από τη φύση του και μάλιστα η βιολογική δυνατότητα που έχει να αφομοιώσει το κρέας είναι πολύ καλύτερη από τη δυνατότητα πέψης και αφομοίωσης των χορταρικών. Στις πρωτόγονες φυλές δεν ήταν σπάνιος ακόμη και ο κανιβαλισμός, γιατί ο νικητής θεωρούσε ότι τρώγοντας την καρδιά ή πίνοντας το αίμα του νικημένου, αποκτούσε τη δύναμη και τη γνώση του.
Τα δύο κύρια ερωτήματα, όμως, που μας ενδιαφέρουν είναι:
Ποιοι λόγοι οδήγησαν και οδηγούν τους οπαδούς της χορτοφαγίας στην αποχή από το κρέας;
Η χορτοφαγία είναι για την υγεία τρόπος διατροφής θετικός, αρνητικός, ή αδιάφορος;
Οι λόγοι που οδηγούν σ’ αυτόν τον τρόπο διατροφής μπορεί να είναι θρησκευτικοί, φιλοσοφικοί, οικολογικοί, οικονομικοί, υγείας, αίσθημα ζωοφιλίας, ή απλώς γευστικές προτιμήσεις.
Αξίζει να δούμε πώς εξελίχθηκαν οι παραπάνω θέσεις στο πέρασμα του χρόνου.
Τον 6ο π.Χ. αιώνα, ο Πυθαγόρας συνιστούσε μια διατροφή πτωχή σε κρέας, για λόγους «φυσικής υγείας». Ο Πορφύριος, Έλληνας φιλόσοφος από την Τύρο, τον 2ο μ.Χ. αιώνα, πίστευε ότι η σάρκα των ζώων μόλυνε την ανθρώπινη ψυχή, ενώ ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος, θλιβόταν για τη δολοφονία αθώων υπάρξεων, προκειμένου να τραφεί ο άνθρωπος. Τον 18ο αιώνα, με την άνθηση του κινήματος του ρομαντισμού, αναπτύχθηκε μια συμπάθεια για τα ζώα που σφάζονται, για να γίνουν τροφή. Χρειάστηκε, όμως, να περάσουν άλλα 100 χρόνια, για να γεννηθεί για πρώτη φορά ο όρος «Χορτοφαγία» και να δημιουργηθούν οι πρώτες εταιρείες φυτοφαγίας στην Αγγλία και τις ΗΠΑ, το 1850.
Στο τελευταίο μισό το 20ου αιώνα, με την ανάπτυξη των οικολογικών τάσεων εμφανίστηκε και ένα νέο κατηγορητήριο κατά της κρεατοφαγίας. Το βιβλίο της Αμερικανίδας F.M.Lappe «Δίαιτα για ένα μικρό πλανήτη» έκρουσε για πρώτη φορά τον κώδωνα του κινδύνου, το 1970. Δεν είναι, βέβαια, μικρός ο πλανήτης, αλλά είμαστε πολλοί οι άνθρωποι και όλο πληθαίνουμε.
Ας εξετάσουμε τώρα τη χορτοφαγία από ιατρικής απόψεως. Τα όσα κατά καιρούς έχουν λεχθεί, όπως η αποσύνθεση του κρέατος μέσα στο σώμα, η πρόκληση ερεθισμού και φλεγμονής των ιστών, η μικροβιακή μόλυνση κ.λπ., που αφορούν τη σχέση της διατροφής με τα μεταβολικά νοσήματα, τα κάρδιο-αγγειακά και τον καρκίνο.
Οι επιδημιολογικές έρευνες που έγιναν σε χορτοφάγους έδειξαν ότι έχουν πιο χαμηλές τιμές ολικής χοληστερόλης και LDL (η «κακή» χοληστερόλη) στο αίμα.

Φαίνεται επίσης ότι η συχνότητα των κάρδιο-αγγειακών επεισοδίων (έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο), είναι χαμηλότερη από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Σ’ αυτό συμβάλλουν:
Η χαμηλότερη κατανάλωση ζωικών λιπών (κρέας, αλλαντικά)
Η μεγαλύτερη κατανάλωση πολυακόρεστων (σπορέλαια, ξηροί καρποί) και μονοακόρεστων λιπών (ελαιόλαδο, αβοκάντο)
Η παρουσία ουσιών, όπως φυτοστερόλη (αμύγδαλα, σουσάμι, ηλιόσποροι) και η τοκοτριενόλη (δημητριακά)
Η μεγάλη ποσότητα φυτικών ινών

Έχει, επίσης, παρατηρηθεί ότι οι χορτοφάγοι έχουν χαμηλότερο ουρικό οξύ και αρτηριακή πίεση.
Τέλος, στους χορτοφάγους παρουσιάζονται λιγότερα περιστατικά καρκίνου και ειδικότερα καρκίνου του παχέος εντέρου, του πνεύμονα και του μαστού. Αυτό, ίσως, να οφείλεται όχι τόσο στην απουσία κρέατος, αλλά στη μεγαλύτερη κατανάλωση φυτικών ινών και στην πρόσληψη μεγάλων ποσοτήτων αντιοξειδωτικών ουσιών.

Συνολικά, η θνησιμότητα των φυτοφάγων είναι χαμηλότερη από τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Βέβαια, οι ομάδες φυτοφάγων που μελετήθηκαν σε Γερμανία, Αγγλία και Αμερική παρουσίαζαν και άλλες διαφορές στο γενικότερο τρόπο ζωής τους. Οι περισσότεροι δεν καπνίζουν, δεν πίνουν οινοπνευματώδη ποτά, ασκούνται και έχουν μικρότερο σωματικό βάρος. Μπορεί, λοιπόν, η συνύπαρξη χορτοφαγίας με αυτούς τους παράγοντες, να επιδρά θετικά στη μείωση της θνησιμότητας.
Στον αντίποδα των θετικών επιδράσεων της χορτοφαγίας είναι φυσικό να αναρωτηθεί κανείς αν δεν υπάρχει κίνδυνος μειονεκτικής πρόσληψης κάποιων απαραίτητων στοιχείων, όπως τα αμινοξέα, τα μεταλλικά άλατα και οι βιταμίνες.
Μεταξύ των 22 αμινοξέων, που υπάρχουν στις πρωτεΐνες, τα 8 θεωρούνται απαραίτητα, γιατί ο οργανισμός δεν μπορεί να τα παρασκευάσει και πρέπει υποχρεωτικά να τα προσλάβει με τη διατροφή. Η απουσία, έστω και ενός από αυτά, έχει ως αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η σύνθεση ολόκληρου του μορίου μιας πρωτεΐνης. Από αυτήν την άποψη τα τρία πιο «πολύτιμα» αμινοξέα για τους χορτοφάγους είναι η λυσίνη, η μεθειονίνη, και η κυστίνη.
Πολύς θόρυβος έχει γίνει αναφορικά με το εάν υπάρχει έλλειψη των απαραίτητων αμινοξέων στη χορτοφαγική διατροφή. Τελικά, φαίνεται να μην υπάρχει ιδιαίτερος κίνδυνος, υπό την προϋ πόθεση το διαιτολόγιο να έχει μεγάλη ποικιλία τροφών φυτικής προελεύσεως και να γίνεται κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων και αβγών.

Παραδόξως, δεν παρατηρείται έλλειψη σιδήρου από τον οργανισμό των χορτοφάγων, παρά την απουσία κόκκινου κρέατος και συκωτιού. Πιθανώς, η αυξημένη πρόσληψη βιταμίνης C, βοηθάει στην καλύτερη απορρόφηση του σιδήρου των φυτών. Αντίθετα, η υπερβολική ποσότητα σόγιας και τσαγιού (που περιέχει τανίνη) μπορεί να μειώσει την απορρόφηση σιδήρου. Ουσιαστικό κίνδυνο σιδηροπενίας στη χορτοφαγία έχουν μόνον οι έγκυες, τα παιδιά και οι αθλούμενοι.
Ως προς το ασβέστιο, μηχανισμοί αύξησης της απορρόφησης και μείωσης της νεφρικής αποβολής, φαίνεται να εξισορροπούν τη μειωμένη πρόσληψη.
Από τις βιταμίνες, η μόνη που θα μπορούσε να λείψει είναι η Β12. Περίπτωση, όμως, έλλειψής της σε χορτοφάγους είναι πολύ σπάνια και αυτό, ίσως, να εξηγείται από τις πολύ μικρές ποσότητες βιταμίνης Β12, που χρειάζεται ο οργανισμός.
Τέλος, πολλοί καταναλωτές αποφεύγουν να τρώνε κρέας φοβισμένοι από το θόρυβο που γίνεται κατά καιρούς στα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τις ορμόνες και τις διάφορες ζωονόσους.
Τα συμπεράσματα, λοιπόν, που μπορεί να βγάλει κανείς από τα παραπάνω στοιχεία είναι:
Αν πάρουμε ως δεδομένη την οικολογική ευαισθησία που πρέπει να διέπει το σύγχρονο άνθρωπο για το περιβάλλον, την αλματώδη δημογραφική εξάπλωση του είδους μας και το γεγονός ότι ο πλανήτης γη έχει και αυτός πεπερασμένα όρια, θα ήταν καλό να ευχηθούμε τον περιορισμό της κτηνοτροφίας και της κατανάλωσης κρέατος.

Από ιατρικής απόψεως, είναι δυνατόν να ανασταλούν οι αρνητικές επιπτώσεις της κρεατοφαγίας, εφαρμόζοντας απλώς κάποιους περιορισμούς, χωρίς να είναι απαραίτητη η πλήρης αποχή.

Θεόδωρος Τσίγκρης, Παθολόγος – Κλινικός Διατροφολόγος

 

About the author