Ψυχολογική υποστήριξη γυναικών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες τεκνοποίησης

Ψυχολογική υποστήριξη γυναικών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες τεκνοποίησης
Ψυχολογική υποστήριξη γυναικών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες τεκνοποίησης

Στην εποχή μας, και ειδικά στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, όλο και περισσότερα ζευγάρια (περίπου ένα στα έξι), αντιμετωπίζουν κάποια μορφή υπογονιμότητας, κάποια δυσκολία στο να τεκνοποιήσουν και πρέπει να αναζητήσουν ιατρική υποστήριξη. Από αυτά τα ζευγάρια το 70% θα τα καταφέρει . Παρά τη μεγάλη της συχνότητα, η υπογονιμότητα αντιμετωπίζεται, συνήθως, ως καθαρά ιατρικό και τεχνικό πρόβλημα, ενώ η ψυχολογική και υπαρξιακή πλευρά του θέματος δεν αξιολογείται ανάλογα.

Η δυσκολία τεκνοποίησης είναι από τις πιο αγχογόνες καταστάσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει ένα άτομο στη ζωή του. Η συνειδητοποίηση ότι η απόκτηση παιδιού – άμεσου απογόνου, δεν είναι ούτε αυτονόητη, ούτε δεδομένη ή ακόμη χειρότερα ότι δεν είναι εφικτή με φυσιολογικό τρόπο, βιώνεται από τους περισσότερους ανθρώπους, ως πολύ βαριά απώλεια, που συνήθως πυροδοτεί μια διαδικασία κρίσεων σε πολλά επίπεδα. Ανατρέπει βασικά σχέδια της κοινής ζωής του ζευγαριού, δοκιμάζει τη σχέση τους και επηρεάζει σημαντικά την κοινή τους ζωής, ειδικά, αν η φάση της θεραπείας διαρκεί πολύ, ή/και συνοδεύεται από πολλές μη επιτυχείς προσπάθειες σύλληψης .
Και για τους δύο συντρόφους, η δυσκολία τεκνοποίησης και οι διαδικασίες που συνεπάγεται, συνήθως βιώνεται ως απώλεια σε πολλαπλά επίπεδα. Ειδικά, όμως, οι γυναίκες φαίνεται να βιώνουν υψηλότερα επίπεδα ψυχοκοινωνικής δυσφορίας και κατάθλιψης καθώς η μητρότητα εξακολουθεί να έχει κεντρικό ρόλο στην ταυτότητα των γυναικών, στις περισσότερες κοινωνίες και η ατεκνία βιώνεται ακόμη και σήμερα από πολλούς ως στίγμα ή ελάττωμα. Σε σχετικές έρευνες, οι γυναίκες αναφέρουν ότι η διάγνωση της υπογονιμότητας κλονίζει την αυτοεκτίμησή τους και μειώνει την ικανοποίηση από τη ζωή, τους δημιουργεί τάσεις αυτομομφής, θεωρούν την υπογονιμότητα μη αποδεκτή και βιώνουν εντονότερα τις κοινωνικές συνέπειες, όπως αίσθημα κοινωνικού στιγματισμού. Επίσης, πολλές γυναίκες νιώθουν θυμό προς το σώμα τους, επειδή δεν μπορούν να το ελέγξουν.
Η απώλεια ενός δυνητικού βιολογικού απόγονου-παιδιού συνεπάγεται για το άτομο μια σειρά επιπλέον απωλειών : το βίωμα της εγκυμοσύνης, του τοκετού, του θηλασμού, της γενετικής συνέχειας, της αυτό-εικόνας ενός γόνιμου ατόμου, την προοπτική να περάσει σε επόμενα στάδια του κύκλου της οικογενειακής ζωής, το ρόλο του παππού/γιαγιάς, κ.λπ. Η υπογονιμότητα μπορεί, επίσης, να είναι για το άτομο ένα βαρύ πλήγμα στην εικόνα του σώματός του, στην αίσθηση της σεξουαλικής επάρκειάς του ή ακόμη και στη θέση του στο γάμο του (π.χ., να του ξυπνήσει φόβο εγκατάλειψης ή χωρισμού). Συχνά τα ζευγάρια αναφέρουν μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, έλλειψη ικανοποίησης και αυθορμητισμού ως συνέπεια της παραβίασης της ιδιωτικής τους ζωής, καθώς παρεμβαίνει στη σεξουαλική τους ζωή ο γιατρός, ο προγραμματισμός κ.λπ.
Αυτές είναι μερικές μόνο από τις συνέπειες της υπογονιμότητας, που στη συνέχεια πυροδοτούν ισχυρά αρνητικά συναισθήματα, κυρίως θυμού και ενοχών στα άτομα (ανεξαρτήτως φύλου).
Ο θυμός μπορεί να στραφεί στο/στη σύντροφο, στον εαυτό, σε άλλα μέλη της οικογένειας, σε φίλους ,σε άλλα ζευγάρια με παιδιά, στο γιατρό κ.λπ. Τα αρνητικά συναισθήματα μπορεί να ενισχυθούν από προβλήματα που υπέβοσκαν (μεταξύ του ζευγαριού ή και άλυτα θέματα τα οποία αναζωπυρώνονται και επιδεινώνονται κατά τη διάρκεια της κρίσης, που προκύπτει με αφορμή τη δυσκολία τεκνοποίησης. Η ελλιπής ή μη έγκυρη πληροφόρηση για τα αίτια της υπογονιμότητας ενισχύει τα αρνητικά συναισθήματα του ατόμου και επιβαρύνει τις ψυχολογικές και σχεσιακές δυσκολίες.

Οι ενοχές είναι συνήθως η «απάντηση» στο αναπάντητο «γιατί;».
Περισσότερες ενοχές βιώνει, συνήθως, το μέλος του ζευγαριού που «χρεώνεται» το πρόβλημα της μη γονιμότητας, λόγω βεβαρημένου ιατρικού ή σεξουαλικού ιστορικού ή όταν ερμηνεύεται ως θεία τιμωρία για κάποιο σφάλμα-αμάρτημα (π.χ. προγαμιαίες σχέσεις, εκτρώσεις κ.λπ.). Ενοχές μπορεί να βιώνει και ο/η σύντροφος που δεν βαρύνεται επισήμως με το πρόβλημα της υπογονιμότητας, όταν εκδηλώνει έντονα την απογοήτευσή του και εντείνει τη δυσφορία, τη θλίψη και το θυμό του άλλου συντρόφου.

Η απειλή της οριστικής ατεκνίας και η απώλεια της ελπίδας, η μακροχρόνια διαδικασία, αλλά και η ίδια η διαδικασία της θεραπείας (ορμονοθεραπείες κ.λπ.) προκαλούν χρόνιο στρες. Οι θεραπείες υποβοηθούμενης γονιμοποίησης και ειδικά η μέθοδος της εξωσωματικής γονιμοποίησης αποτελούν πηγή μεγάλου άγχους για το ζευγάρι, που συχνά επενδύει συναισθηματικά σε υπερβολικό βαθμό σε αυτές τις μεθόδους και συχνά έχει αβάσιμη αισιοδοξία και μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Η επιλογή της υποβοηθούμενης γονιμοποίησης αποτελεί πηγή άγχους, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις, θεωρείται κοινωνικά στιγματισμένη ή κάποια ζευγάρια το θεωρούν «τελευταία ευκαιρία». Οι ανεπιτυχείς προσπάθειες υποβοηθούμενης γονιμοποίησης συνδέονται στενά με κατάθλιψη, άγχος, θυμό, αίσθημα αβοήθητου, τεταμένες σχέσεις, θρήνο και απομόνωση.

Καθώς τα άτομα, που αντιμετωπίζουν θέματα γονιμότητας, έχουν να διαχειριστούν μια τεράστια γκάμα ψυχολογικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων, κατά τη διάρκεια της σχετικής θεραπείας, απαιτείται οι ειδικοί που χειρίζονται τέτοια θέματα, να διαθέτουν ένα συνδυασμό ιατρικών, αλλά και ψυχολογικών δεξιοτήτων. Ιδανικά, θα πρέπει, παράλληλα με τη θεραπεία γονιμότητας, να υπάρχει συνεχής ψυχολογική υποστήριξη του ζευγαριού ή και των ατόμων ξεχωριστά, προσαρμοσμένη ανάλογα στη φάση της θεραπείας ή στο είδος της δυσκολίας που αντιμετωπίζει το κάθε ζευγάρι.
Οι Bombadieri και Clapp προτείνουν δύο βασικά είδη παρεμβάσεων για την καλύτερη υποστήριξη του ζευγαριού, για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της υποβοηθούμενης γονιμοποίησης:
Ψυχοκοινωνική θεραπεία: ατομική ή ομαδική υποστήριξη και ψυχοθεραπεία.
Εμπεριστατωμένη ενημέρωση.

Η ψυχολογική υποστήριξη πρέπει να εστιάζει στο πώς τα άτομα/ζευγάρια θα μπορέσουν να αποδεχτούν του πρόβλημα της υπογονιμότητάς τους και πώς θα επεξεργαστούν λειτουργικά ακόμη και το ενδεχόμενο αρνητικής έκβασης της θεραπείας. Επίσης, πρέπει να ενημερώνονται / προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο υψηλών επιπέδων άγχους και κατάθλιψης, που αναπτύσσονται μετά από ένα ανεπιτυχή κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης αλλά, κυρίως, να έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν/ αποφορτίσουν αυτά τα φυσιολογικά συναισθήματα σε ένα ασφαλές και ψυχολογικά υποστηρικτικό και θεραπευτικό περιβάλλον.

Έρευνες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες έχουν περισσότερες πιθανότητες σύλληψης, όταν έχουν χαμηλά επίπεδα δυσφορίας, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί και μέσα από εξατομικευμένες διαδικασίες συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας. Επίσης, σχετικές έρευνες επισημαίνουν ότι η κύρια αιτία διακοπής των θεραπειών γονιμότητας είναι η ψυχολογική δυσφορία, λόγω της αβεβαιότητας της έκβασης των θεραπειών και ότι είναι αναγκαίο στα πλαίσια της συμβουλευτικής υποστήριξης των ζευγαριών να περιλαμβάνεται και ένα σχέδιο προετοιμασίας για τη λήξη της θεραπείας σε κάθε περίπτωση.
Σε περίπτωση μη αναστρέψιμης υπογονιμότητας και συνεπώς δια βίου ατεκνίας, τα αρνητικά συναισθήματα δεν εξαλείφονται απλά με την απόφαση λήξης της θεραπείας, και μπορεί να γίνουν αφορμή για την πυροδότηση μιας προσωπικής υπαρξιακής κρίσης με σοβαρές συναισθηματικές αντιδράσεις και επιπτώσεις. Αν το άτομο αρνείται να αποδεχτεί το γεγονός της ατεκνία, (κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά), μπορεί να αρνηθεί να διακόψει τις θεραπείες και να αρχίσει να κυνηγάει τη «θαυματουργή θεραπεία», παρατείνοντας την αβεβαιότητα και να οδηγηθεί σε μεγαλύτερη συναισθηματική αστάθεια και αίσθημα παντελούς έλλειψης ελέγχου.
Για να μπορέσει το άτομο να επαναπροσανατολιστεί προς το μέλλον και να αναζητήσει νέους στόχους στη ζωή του, πρέπει καταρχάς να αποδεχτεί την οριστικότητα της αδυναμίας να αποκτήσει δικό του/της παιδί. Το άτομο (αλλά και το ζευγάρι από κοινού) πρέπει να αναστοχαστεί προς το πού θα διοχετεύσει την ενέργεια, που μέχρι τώρα κατεύθυνε στη θεραπεία της υπογονιμότητας, και να αλλάξει προσανατολισμό και στόχους. Η υιοθεσία, σε αρκετές περιπτώσεις, έχει συμβάλλει θετικά στη ζωή των ζευγαριών που δεν απέδωσαν οι θεραπείες γονιμότητας, αλλά δεν είναι πανάκεια.
Εκτιμάται ότι ο χρόνος «ανάρρωσης», που απαιτείται μετά τη λήξη της θεραπείας γονιμότητας, είναι 2-3 χρόνια. Κάποιοι συγγραφείς αναφέρουν ότι ακόμη και στις περιπτώσεις επιτυχούς θεραπευτικής έκβασης ή υιοθεσίας, υπάρχουν μακροχρόνιες επιπτώσεις στις προσωπικές και υπαρξιακές θεωρήσεις του ζευγαριού.

Η δοκιμασία της υπογονιμότητας και η πιθανή οριστική ακούσια ατεκνία είναι από αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα που ανατρέπουν τα δεδομένα της ζωής και μπορούν να λειτουργήσουν ως «αφυπνιστικές εμπειρίες», όπως τις αποκαλεί ο Ιrvin Yalom. Δηλαδή να μας μεταμορφώσουν, να μας «ανοίξουν τα μάτια» και να συνδεθούμε με πιο ουσιαστικές διαστάσεις της ζωής, της ύπαρξης και του εαυτού μας.

Ευτυχία Παπατζανάκη, Κοινωνική λειτουργός – Οικ. Σύμβουλος

About the author